Γράφει ο Ελευθέριος Βερυβάκης, τ. Υπουργός – Βουλευτής

Όπως μας πληροφορούν διάφορα δημοσιεύματα, τα οποία κινεί ο Κύπριος δημοσιογράφος και συγγραφέας Μακάριος Δρουσιώτης, σήμερα 7 Δεκεμβρίου 2009 και ώρα 12:00, στον 5ο όροφο του Public Συντάγματος, επιχειρεί την παρουσίαση του νέου Βιβλίου του «Δύο απόπειρες και μια δολοφονία: Η Χούντα και η Κύπρος 1967-1970».

Για την παρουσίαση του βιβλίου θα μιλήσουν γνωστά πρόσωπα του Ελληνικού Δημόσιου βίου.

Πάνω στο γεγονός, ο Στάθης Παναγούλης, αδελφός του Αλέξανδρου Παναγούλη, εξέδωσε μια ανακοίνωση με την οποία καταγγέλει το Μακάριο Δρουσιώτη, που υπήρξε υβριστής της μνήμης και της ιστορίας του αδελφού του. Όμως τα θέμα ούτε εξαντλείται ούτε παύει να υπάχρει, αφού ο εν λόγω κύριος προχωρεί ακόμη πιο πέρα, από εκεί που είχε φτάσει κατά τον Αύγουστο του 2008, όταν κατά την επέτειο της απόπειρας (13 Αυγούστου 2008), με δύο δημοσιεύματά του, το πρώτο της 13ης Αυγούστου 2008 – Τετάρτης, υπό τον τίτλο «Ο Αλέκος Παναγούλης στα πλοκάμια της ΚΥΠ», και δεύτερο της 14ης Αυγούστου 2009 – Πέμπτης, «Η Λύση του Μυστηρίου της Συνεργασίας Γιωργάτζη – Παναγούλη», άνοιξε μια περίεργη! πολύ περίεργη ιστορία!!! που ανέτρεχε στην εποχή της Χούντας και στη δραστηριότητα του Αλέξανδρου Παναγούλη και όλων όσων τότε, στο όνομα του αντιδιδακτορικού αγώνα και του αγώνα της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στον τόπο, δράσαμε κατά της Δικτατορίας, με όλα τα μέσα, που μπορούσαμε να έχουμε στη διάθεσή μας, ανάμεσα στα οποία «επιστρατεύσαμε και την απόπειρα κατά του Δικτάτορα».

Επειδή ο συγγραφέας του πιο πάνω βιβλίου «Δύο απόπειρες και μία δολοφονία» επανέρχεται με το πιο πάνω βιβλίο σε συμβάντα εκείνης της εποχής, μέσα από διαστρεβλώσεις, κακοποιήσεις και απόπειρες αφανισμού της αλήθειας, εξαναγκάζει εμάς, τους Συναγωνιστές και Συντρόφους του Αλέξανδρου Παναγούλη να επαναφέρουμε ολόκληρη την ιστορία της πρώτης απόπειράς του, στην ιστοσελίδα της ΠΝΥΚΑΣ – 21ος αιώνας, για την πλήρη και αποστομωτική απάντηση σε όσα τότε ύποπτα και υστερόβουλα επιχείρησε ενάντια στο εγχείρημα τυραννοκτονίας, που στις 13 Αυγούστου 1968 έλαβε χώρα, στο 31ο χιλιόμετρο της οδού Αθηνών – Σουνίου και σε όσα έκτοτε ακολούθησαν και δυστυχώς συνεχίζονται μέχρι σήμερα στο κατατυραννισμένο και άτυχο νησί  την Κύπρο και τον Ελληνισμό, που ζει σε αυτήν.

Στο επίμετρο του βιβλίου «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ – Πρωταγωνιστής και Βάρδος της Αντίστασης», Εκδοτικός Οίκος ΛΙΒΑΝΗ, είχαμε συμπεριλάβει πλήρη αφιστόριση του πιο πάνω συμβάντος, την οποία επαναφέρουμε αντί άλλης προκαταβολικής απαντήσεως, άλλη μία φορά, αφού μέσα από τη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου του αποφάσισε να επανέλθει στο θέμα, διαστρεβλώνοντας και αφανίζοντας την αλήθεια, όπως αυτή τότε υπήρξε για λόγους και σκοπιμότητες, που εκ των υστέρων προέκυψαν και οι οποίες κατά τρόπο ευθύ συνδέονται με τις εξελίξεις στη μοίρα του τραγικού νησιού.

Ιδού ποια υπήρξε αναλυτικά η ιστορία του συμβάντος της 13ης και 14 Αυγούστου 2008 (40ης επετείου από την απόπειρα τυραννοκτονίας, που επιχείρησε ο Αλέξανδρος Παναγούλης και πολλοί από όσους υπόγραψαν τις καταγγελίες – διαμαρτυρίες του Μακάριου Δρουσιώτη.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά την τεσσαρακοστή επέτειο από την απόπειρα τυραννοκτονίας που επιχείρησε ο Αλέξανδρος Παναγούλης και η αντιστασιακή οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση», της οποίας ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός, κατά την 13η Αυγούστου 1968 στο 31ο χλμ. της οδού Αθηνών – Σουνίου, δύο περίεργα ολοσέλιδα δημοσιεύματα, που υπέγραφε ο εκ Κύπρου Μ. Δρουσιώτης, αποπειράθηκαν να δώσουν μια άλλη εικόνα, από αυτή που ήταν γνωστή, στο ηρωικό εγχείρημα του Αλέκου και των συνεργατών του.

Η νέα εικόνα πού επιχείρησαν να «χαράξουν» ήταν ότι ο Πολύκαρ­πος Γεωρκάτζης, υπουργός Εσωτερικών και Άμυνας της Κύπρου τότε, αποφάσισε ή συναποφάσισε το χτύπημα κατά του αρχιδικτάτορα Γ. Πα­παδόπουλου προκειμένου να φύγει αυτός απ’ τη μέση και στη θέση του να περάσει η «σκληρή χούντα» των Ασλανίδη – Λαδά – Ιωαννίδη, που αντιπαρετίθετο στα «ανοίγματα των πραγματιστών» και του αρχηγού τους Γ. Παπαδόπουλου.

Η στιγμή που διατυπώθηκε η πιο πάνω νέα θεωρία βρίσκει στο τυ­πογραφείο ένα βιβλίο για τον Αλέκο Παναγούλη και το μόνο που την τε­λευταία στιγμή μπορούμε να κάνουμε είναι να παραθέσουμε βιαστικά ένα μικρό μέρος της αρθρογραφίας-διαλόγου που έλαβε χώρα στην εφημε­ρίδα Ελευθεροτυπία πάνω σε όσα εκείνη τη «στιγμή» διατύπωνε ο αρ­θρογράφος της.

Δεν είναι ακριβές -αν κάποιος το υποστήριζε- ότι ο Δρουσιώτης δεν είχε και παλαιότερα προχωρήσει σε κάποιους ανάλογους υπαινιγμούς (βλέπε δημοσιεύματα του στην Ελευθεροτυπία στις 30/4/2002) ότι: Η ΑΠΟ­ΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑ ήρθε από την ΚΥΠΡΟ. Με αυτά ίσως τό­τε κατά πλάνη, να εννοούσε ότι την απόπειρα της 13ης Αυγούστου 1968 «διέταξε» ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης.

Όμως στις 13 και 14 Αυγούστου 2008, για πρώτη φορά με κατηγο­ρηματικό και επίσημο τρόπο -που πλέον δεν οφείλεται σε πλάνη αλλά σε δόλο-, μέσα από δύο ολοσέλιδα δημοσιεύματα στην Ελευθεροτυπία των Αθηνών, το πρώτο υπό τον τίτλο «Ο Αλέκος Παναγούλης στα πλο­κάμια της ΚΥΠ» και το δεύτερο «Η λύση του μυστηρίου για τη συνερ­γασία Γεωρκάτζη – Παναγούλη», «αποπειράται» και ισχυρίζεται με έμ­φαση και επισημότητα ότι: «Μετά τη σύλληψη του Αλέκου Παναγούλη αποκαλύφθηκε ότι έδρασε σε συνεργασία με τον τότε υπουργό Εσωτερικών και Άμυνας της Κύπρου, Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, ο οποίος ήταν ο στρα­τιωτικός αρχηγός της οργάνωσης “Ελληνική Αντίσταση “, που είχε ιδρύ­σει ο Παναγούλης». Την οποία, ως φαίνεται, θεωρεί ότι «καπέλωσε» και «χρησιμοποίησε» ο Γεωρκάτζης.

Δηλαδή είναι πια κατάδηλο ότι προφανής πρόθεση και «απόπειρα» του Δρουσιώτη είναι η προσπάθεια του να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του, ότι η απόπειρα τυραννοκτονίας αποφασίστηκε από τον Γεωρκάτζη – όπως πρώτη απ’ όλους, με το Παραπεμπτικό και τη δίκη της απόπει­ρας, αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να ισχυριστεί και η χούντα (δηλαδή πλή­ρης ταύτιση του με τους χουντικούς της Αθήνας).

Μάλιστα στην εξέλιξη των δημοσιευμάτων του ισχυρίζεται ότι η συ­νεργασία Πολύκαρπου Γεωρκάτζη με τους «σκληρούς» της χούντας, Ασλανίδη – Λαδά – Ιωαννίδη, γινόταν προκειμένου να φύγει από τη μέ­ση ο «αρχηγός της ομάδας των πραγματιστών» Γ. Παπαδόπουλος και να αναλάβει ο Ασλανίδης τα ηνία της εξουσίας και το «ρεύμα των σκληρο­πυρηνικών». Έτσι υποστηρίζεται ανεπιφύλακτα, ανενδοίαστα και εμ­φαντικά από την πλευρά του ότι η απόπειρα ήταν απόφαση «τους», την οποία εκτελούσε ο Αλέξανδρος Παναγούλης.

Για αργότερα μάλιστα, κατά το 1970, μιλά για «σχέδιο», σύμφωνα με το οποίο σκοπός των πιο πάνω ήταν να «φάνε» τον Παπαδόπουλο και αφού θα έβαζαν στη θέση του τον Ασλανίδη θα «έτρωγαν» και τον Μακάριο, για να μπορέσουν να πετύχουν τους σκοπούς τους: ένωση της ΚΥΠΡΟΥ με την ΕΛΛΑΔΑ. Στην ΕΛΛΑΔΑ διαρκές στρατιωτικό καθεστώς – δικτατορία.

Μετά τα πιο πάνω είναι κατάδηλο και εμφανές ότι ο Δρουσιώτης αποπειράται να στηρίξει τη «μυθιστορηματική κατασκευή» του μέσα από ένα «ανακάτωμα» αυθαίρετων συλλογισμών, γεγονότων, κατα­σκευών, ισχυρισμών και επιθυμιών, δικών του ή ξένων, αδιάφορο, δε­δομένου ότι η βάση τους μένει «μετέωρη», αφού η εκκίνηση τους βρί­σκεται «στον αέρα». Η απόπειρα τυραννοκτονίας της «ομάδας της από­πειρας» της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση», που έκανε ο Αλέξαν­δρος Παναγούλης και οι συναγωνιστές του, σε όλα ανεξαιρέτως τα ση­μεία της, πλην των εκρηκτικών, ήταν έργο αντιστασιακών-Ελλαδιτών, που βρίσκονταν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες και τη μόνη αλήθεια, που καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο γνωρίζουν όσοι συνέβαλαν στη δημιουργία αυ­τού του βιβλίου, η «σύλληψη και η εκτέλεση» της ιδέας και του σχεδί­ου για την απόπειρα τυραγνοκτονίας, που πραγματοποίησε ο Αλέξαν­δρος Παναγούλης στο 31ο χλμ. της οδού Αθηνών – Σουνίου, ανήκαν σ’ αυτούς. Τα αναφερόμενα και υπογραφόμενα από τους συναγωνιστές του Αλέκου Παναγούλη στην ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ-ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ Νο1 και ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ-ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ Νο2 της 18ης και της 20ής Αυγούστου 2008 αντιστοίχως:

«7ο κτύπημα κατά του ΝΑΣΕΡ (έτσι ήταν το “παρατσούκλι” του Γ. Πα­παδόπουλου ανάμεσα στους συναδέλφους του, γνωστό και στην ομάδα της απόπειρας από την εποχή του ψευδοσαμποτάζ του Έβρου) αποφασίστηκε στην Ελλάδα από Ελλαδίτες την άνοιξη του 1968. Και η απόπειρα έπρεπε να γίνει γρήγορα και να είναι “στην καρδιά και τον νου της χούντας”, γιατί:

α) Θα συντόμευε τη ζωή της δικτατορίας.

β) Θα τερμάτιζε το παιχνίδι της χούντας με το ψευδοσύνταγμα για δη­μοκρατία.

γ) Θα “γλίτωνε” την Κύπρο -η οποία από το φθινόπωρο του 1967 αφοπλίστηκε από τον Παπαδόπουλο μετά την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας- από την «περιπέτεια», που με βεβαιότητα ερχόταν, και τού­το αποτελεί τη μόνη αλήθεια».

Το εφεύρημα της δικτατορίας και των ανακριτικών δικτατορικών μη­χανισμών, ότι ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης αποτελούσε το «στρατιωτικό αρχηγό» της «Ελληνικής Αντίστασης» -που καταπολεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Παναγούλη ενώπιον των στρατοδικών και έτσι γελοιοποιή­θηκε η χούντα στα μάτια ολόκληρης της οικουμένης-, επανέρχεται «στοι­χειωμένο», διότι τάχα δεν είναι πειστικό, αφού ο Πολύκαρπος Γεωρκά­τζης, με τις «πανούργες φιλοδοξίες» του, τις «κακούργες προθέσεις» του και τις «κακές συναναστροφές» του δεν θα μπορούσε αυτοστιγμεί να γί­νει αντιστασιακός (όπως κανείς, ούτε ο ίδιος υποστήριξε) και συνεπώς παραμένει μόνο «συνωμότης» κατά του Γ. Παπαδόπουλου και του αρ­χιεπισκόπου Μακαρίου.

Έτσι όσα υποστηρίχθηκαν από τον Αλέξανδρο Παναγούλη για την αλ­λαγή διάθεσης και στάσης του Πολύκαρπου Γεωρκάτζη απέναντι στη δι­κτατορία και στους πρωτεργάτες της -δηλαδή ότι «έδωσε τα όπλα» στον Αλέξανδρο Παναγούλη γιατί: α) ενοχλήθηκε λόγω της απόσυρσης της Μεραρχίας από την Κύπρο και της πρόβλεψης του για όσα δεινά θα προ- καλούσε η χούντα, και β) συγκλονίστηκε όταν ο Αλέξανδρος Παναγούλης τον προκάλεσε να τον παραδώσει στη χούντα ως λιποτάκτη στρατιώτη, αλλά πιο μπροστά να θυμηθεί τον εαυτό του σαν αγωνιστή της ΕΟΚΑ, και γι’ αυτό αποφάσισε να τον βοηθήσει- απορρίπτονται και χλευάζονται σαν αναξιόπιστα και μη σοβαρά (!) από τον Δρουσιώτη.

Κατά συνέπεια το μόνο που απομένει -για τον Δρουσιώτη- είναι το σχέδιο εξόντωσης του Παπαδόπουλου, προκειμένου ολόκληρη η εξου­σία να περάσει στην τριανδρία των «σκληρών», που μαζί με τον ΓΕΩΡΚΑΤΖΗ (για τον οποίο οι τότε «ΦΙΛΟ-ΕΝΩΣΙΑΚΟΙ» έλεγαν ότι ανήκει μαζί με τους ΚΛΗΡΙΔΗ – ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ, στην ΤΡΙΑΔΑ των «ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΟΜΑΝΩΝ») θα δολοφονούσαν τον αρχιεπίσκοπο ΜΑΚΑΡΙΟ για να επιβάλουν την ΕΝΩΣΗ της ΚΥΠΡΟΥ με την ΕΛΛΑΔΑ.

Στη δε ΕΛΛΑΔΑ η ομάδα των «σκληρών» θα «έτρωγε» τον Γ. Πα­παδόπουλο και θα τον αντικαθιστούσε με τους ΑΣΛΑΝΙΔΗ – ΛΑΔΑ -ΙΩΑΝΝΙΔΗ, για να εξασφαλίσει τη διαιώνιση του στρατιωτικού καθε­στώτος – δικτατορίας. Πάνω σ’ αυτή την υπόθεση «πλέκεται» ολόκληρη η θεωρία της επιστρατεύσεως της «ομάδας της απόπειρας» από τους «σκληρούς της χούντας» κατά της «μαλακής χούντας» του αρχιδικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου – και έτσι a contario ο Παπαδόπουλος καταλή­γει… ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ και ΦΙΛΟΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ! και ταυτόχρονα ΕΓΓΥΗΤΗΣ της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στην Ελλάδα, και της ΕΝΟΤΗΤΑΣ και ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ στην ΚΥΠΡΟ!…

Ακολουθούν τα δημοσιεύματα του Δρουσιώτη και του Βότση, καθώς και οι ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ των συναγωνιστών του Αλέκου Πανα­γούλη και άλλων που έλαβαν μέρος στη συζήτηση-διάλογο με επιστολές τους.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Ντοκουμέντο ; 40 χρόνια από την απόπειρα κατά Γ. Παπαδόπουλου

Ο Αλέκος Παναγούλης στα πλοκάμια της ΚΥΠ

Η περιπλάνηση του στην Κύπρο και η παγίδευση τον από τον τοποτηρητή της χούντας στο νησί, Πολύκαρπο Γεωρκάτζη

Του Μακάριου Δρουσιώτη

Συμπληρώνονται σήμερα ακριβώς 40 χρόνια από την πιο σημαντική α­ντιστασιακή πράξη κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Στις 13 Αυ γούστου 1968 ο Αλέκος Παναγούλης αποπειράθηκε να σκοτώσει τον Γε- ώργιο Παπαδόπουλο, πυροδοτώντας ισχυρό εκρηκτικό μηχανισμό, με τον οποίο είχε παγιδεύσει το δρόμο Αθηνών – Σουνίου, τη στιγμή που διερχόταν η αυτοκινητοπομπή του δικτάτορα.

Το εγχείρημα απέτυχε, ο Παναγούλης συνελήφθη και καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Ο Παναγούλης έγινε το σύμβολο της αντίστασης κατά δικτατορίας και η ποινή του τελικά δεν εκτελέστηκε λόγω των σφοδρών διεθνών αντιδράσεων.

Μετά τη σύλληψη του Αλέκου Παναγούλη αποκαλύφθηκε ότι έδρασε σε συνεργασία με τον τότε υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου, Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, ο οποίος ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση», που είχε ιδρύσει ο Παναγούλης. Η αυτοθυσία του Παναγούλη επισκίασε το ρόλο του Πολύκαρπου Γεωρκάτζη, ο οποίος υπήρξε η πιο σκοτεινή και η πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της νεότερης Ιστορίας της Κύπρου. Όλη η βιβλιογραφία που ασχολήθηκε με την υπόθεση Παναγούλη απέδωσε στον Γεωρκάτζη αντιδικτατορικά κίνητρα. Ωστόσο τέσσερις δεκαετίες μετά την απόπειρα η έρευνα αποκαλύπτει μια άλλη, εντελώς διαφορετική διάσταση για τα κίνητρα του Γεωρκάτζη.

Όμως ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή:

Στις 27 Μαΐου του 1967, ένα μόλις μήνα μετά το πραξικόπημα στην Ελλάδα, ο Αλέκος Παναγούλης, ο οποίος υπηρετούσε τότε τη στρατιωτική του θητεία, έφυγε λιποτάκτης από τη μονάδα του, με σκοπό να οργανώσει κίνημα κατά της χούντας. Αποφάσισε να επισκεφθεί την Κύπρο, με σκοπό να βρει συνεργάτες, όπλα και εκρηκτικές ύλες.

Μέσω μιας γνωστής του εξασφάλισε το διαβατήριο του Κύπριου φοιτητή της Παντείου Χριστάκη Ζώππου και στις 18 Ιουνίου του 1967 έφτα- σε αεροπορικώς στην Κύπρο. Ο Παναγούλης πήγε στο σπίτι των γονιών του Ζώππου στη Γεροσκήπου της Πάφου, οι οποίοι τον φιλοξένησαν. Ο πατέρας του Χριστάκη Ζώππου, Χαράλαμπος, ήταν ο επαρχιακός γραμματέας του ΑΚΕΛ Πάφου. Ο Παναγούλης συστηνόταν σαν ο δικηγόρος Αλέκος Αλεξίου, στενός φίλος του Χριστάκη Ζώππου.

Στο μεταξύ ο Χριστάκης Ζώππος αποτάθηκε στην κυπριακή πρε­σβεία στην Αθήνα και ζήτησε να του εκδώσουν καινούργιο διαβατήριο, ισχυριζόμενος πως έχασε το δικό του. Η πρεσβεία τού υπέδειξε ότι έπρε­πε να καταγγείλει πρώτα την απώλεια του διαβατηρίου του στις ελληνι­κές Αρχές. Αποτάθηκε στην Ασφάλεια, όπου δήλωσε το όνομα του, κα­θώς και τα στοιχεία του διαβατηρίου του.

Όταν εξακριβώθηκε ότι ένα άτομο με το δικό του όνομα ταξίδεψε στην Κύπρο, ο Ζώππος συνελήφθη, ανακρίθηκε και ομολόγησε ότι έδω­σε το διαβατήριο του στον Παναγούλη στην ελληνική ΚΥΠ. Ο Ζώππος είπε στην ανάκριση πως ο Παναγούλης τον είχε απειλήσει ότι αν δεν του έδινε το διαβατήριό του θα τον «καθάριζε η οργάνωσή» του.

Αν και όσοι έγραψαν για την υπόθεση Παναγούλη αναφέρουν πως ο Ζώππος απέδρασε από την Ασφάλεια και διέφυγε παράνομα στην Κύ­προ, στην πραγματικότητα τον άφησαν ελεύθερο και τον διευκόλυναν να φύγει, με σκοπό να τους οδηγήσει στον Παναγούλη.

Ο υπουργός Εσωτερικών της Κύπρου, Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, ήταν ο προϊστάμενος της κυπριακής ΚΥΠ, που δρούσε σαν παράρτημα της αντίστοιχης ελληνικής. Ο Γεωρκάτζης, που ήταν ο τοποτηρητής της ελληνικής χούντας στην Κύπρο, ενημερώθηκε από την Ασφάλεια για την αναχώρηση του Ζώππου από την Αθήνα και έστειλε δικούς του αστυνο­μικούς και τον παρέλαβαν από το αεροδρόμιο.

Όπως τα διηγήθηκε ο Ζώππος σε συνέντευξη του στο ΡΙΚ, τον πα­ρέλαβαν άντρες του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (CID). «Ήρθαν και μου είπαν: “Χριστάκη μου, είμαστε του CID, μην ανησυχείς, σε πα­ραλαμβάνουμε”. Το ίδιο βράδυ με είχαν πάρει στον Γεωρκάτζη, από τον Άγιο Δομέτιο (αναφέρεται στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Δομετίου, όπου κρατήθηκε μετά την άφιξη και τη σύλληψη του). Μην ανησυχείς καθόλου, μου λέει ο Γεωρκάτζης».

Ο Ζώππος έφτασε σιην Κύπρο στις 18 Ιουλίου 1967, την επομένη η εφημερίδα Αγών, εκφραστικό όργανο του Γεωρκάτζη, έγραψε για την υπόθεση Ζώππου: «Συνελήφθη από τας ελληνικός αρχάς και εκρατήθη «Εντάξει, ξέχασε το»

Ο Παναγούλης είχε αναγνωριστεί στην Κερύνεια και από τον πολί­τη Χαράλαμπο Χατζηλαμπή, ο οποίος είδε τη φωτογραφία του στο αστυ­νομικό δελτίο. Η πληροφορία έφτασε στο αρχηγείο της αστυνομίας και διαβιβάστηκε στον Φανή Δημητρίου, τον αξιωματικό στον οποίο ο Γεωρκάτζης είχε αναθέσει την έρευνα για τον εντοπισμό του Παναγούλη. Ο Φανής Δημητρίου έστειλε στην Κερύνεια τον υπαστυνόμο Νεόφυτο Σο­φοκλέους, ο οποίος ερεύνησε και επιβεβαίωσε την πληροφορία.

Ο Δημητρίου πήγε στον Γεωρκάτζη και ζήτησε διευκρινίσεις: «Τι εί­ναι αυτή η ιστορία με τον Παναγούλη; Μου αναθέσατε να τον βρούμε και (χυτός κινείται με μέλη της ΚΥΠ Κερύνειας», του είπε. Ο Γεωρκάτζης απάντησε: «Εντάξει, κ. Φανή, ξέχασέ το». Ύστερα από αυτό, γράφει ο Δημητρίου, ο φάκελος Παναγούλη για την κυπριακή αστυνομία έκλει­σε!

Ο Γεωρκάτζης λοιπόν είχε εντοπίσει τον Παναγούλη, ενώ έμπιστοί του της ΚΥΠ διείσδυσαν στην παρέα του και του έδιναν αναφορά για τις σκέψεις και τις κινήσεις του. Όμως η σύλληψη του Παναγούλη δεν ήταν πια στις προτεραιότητες του Γεωρκάτζη. Ο Παναγούλης ήταν ένα «κεφάλαιο», στο οποίο ο Γεωρκάτζης αποφάσισε να επενδύσει.

Όταν ο Αντρέας Παναγιώτου πληροφορήθηκε την πραγματική ταυ­τότητα του Παναγούλη, πανικοβλήθηκε και αποφάσισε να τον ξεφορ­τωθεί. Συνεννοήθηκε με το στέλεχος της Επιτροπής για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, Τάκη Χατζηδημητρίου, και διευθέτησαν τη φυγάδευσή του από το σπίτι του στο γραφείο του ηθοποιού Νίκου Σιαφκάλη.

Ο Παναγούλης έζησε για πολλούς μήνες κρυβόμενος στο γραφείο του Σιαφκάλη. Η ΚΥΠ δεν έχασε τα ίχνη του Παναγούλη. Ο Χατζηδη­μητρίου αναφέρεται σε έρευνα που έκανε κρυφά η ΚΥΠ στο σπίτι του, ενώ ο Σιαφκάλης μαρτυρεί την είσοδο αστυνομικών του Γεωρκάτζη στο σπίτι του χρησιμοποιώντας αντικλείδι, ενώ ο Παναγούλης ήταν σφηνω­μένος σε μια κρύπτη που κατασκευάστηκε σε μια ντουλάπα.

Παρέμβαση Μακαρίου

Το φθινόπωρο του 1967 ξέσπασε στην Κύπρο μια μεγάλη κρίση με αφορμή τα πολεμικά γεγονότα στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου. Η Τουρκία απειλούσε με εισβολή και η Ελλάδα συμβιβάστηκε και αποδέ­χτηκε την αποχώρηση από την Κύπρο της ελληνικής μεραρχίας που στάθμευε στο νησί από το 1964.

Ο Παναγούλης συζητούσε ήδη με τα μέλη της Επιτροπής για τη Δη­μοκρατία στην Ελλάδα τα σχέδιά του να δολοφονήσει τον Γεώργιο Πα­παδόπουλο και αδημονούσε να βρει τρόπο να επιστρέψει στην Ελλά­δα.

Έγιναν διάφορα σενάρια διαφυγής διά θαλάσσης, είτε με καΐκι είτε ως λαθρεπιβάτης σε εμπορικό πλοίο. Σ’ αυτή τη φάση οι γνώρι­μοι του στην ΚΥΠ προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν. Ο επικεφαλής του γραφείου της ΚΥΠ στην Κερύνεια, Μιχαλάκης Κουδουνάρης, σφράγισε ένα κλεμμένο διαβατήριο που είχε στην κατοχή του ο Παναγούλης και έκαναν ενέργειες να του εξασφαλίσουν καΐκι να μετα­βεί στη Ρόδο.

Τελικά τον Ιανουάριο του 1968 λήφθηκε απόφαση από τα μέλη της Επιτροπής για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα να φύγει ο Παναγούλης αε­ροπορικώς, ως κανονικός επιβάτης, με το διαβατήριο του Νίκου Σιαφ­κάλη. Ορίστηκε ημερομηνία αναχώρησής του η 28η Ιανουαρίου, με προορισμό την Ελλάδα, μέσω Βηρυτού.

Επειδή ο Παναγούλης ήταν ήδη καταζητούμενος και η φωτογραφία του ήταν αναρτημένη στα αστυνομικά τμήματα και στο αεροδρόμιο, αποφασίστηκε να ζητηθεί από τον Μακάριο να τον διευκολύνει, δίνο­ντας οδηγίες στις αρχές του αεροδρομίου να κάνουν τα στραβά μάτια.

Ο Χατζηδημητρίου αποτάθηκε στον Λυσσαρίδη, ο οποίος έκλεισε ραντεβού με τον Μακάριο, την Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 1968. Ο Μα­κάριος δεν είχε ευρεία αντίληψη του ποιος ήταν ο Παναγούλης και τι επε­δίωκε στην Κύπρο. Έδωσε τη συγκατάθεση του να φύγει, αφ’ ενός για να εξυπηρετήσει τον Λυσσαρίδη και αφ’ ετέρου για να ξεφορτωθεί τον μπελά του. Αντί να διευκολύνει τον Παναγούλη να φύγει με ξένο διαβα­τήριο, ο Μακάριος αποφάσισε να του δοθεί ταξιδιωτικό έγγραφο μιας χρήσης («λεσέ πασέ»), για να αναχωρήσει νομότυπα από την Κύπρο. Για τα διαδικαστικά ο Μακάριος τον έστειλε στον Γεωρκάτζη!

Ο Μακάριος διευθέτησε συνάντηση του Παναγούλη με τον Γεωρκά­τζη στο γραφείο του στο Υπουργείο Εσωτερικών το πρωί της επομένης. Ο Παναγούλης πήγε στο ραντεβού συνοδευόμενος από τον Τάκη Χα­τζηδημητρίου. Κάθισαν στον προθάλαμο του γραφείου του και περίμε­ναν, όμως ο Γεωρκάτζης δεν εμφανίστηκε. Ύστερα από αρκετή ώρα έστειλε το διευθυντή της ΚΥΠ, Ανδρέα Ρήγα, με οδηγίες να διευθετήσει την υπόθεση. Ο Ρήγας τους ζήτησε ένα όνομα για το «λεσέ πασέ» και εκεί­νη τη στιγμή γεννήθηκε το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ο Παναγούλης, Μάριος Αντρέου.

Ο Αντρέας Ρήγας τους είπε ότι μπορούσαν να φύγουν και να επι­στρέψουν στις 12.30΄ για να παραλάβουν το «λεσέ πασέ». Οι Παναγούλης και Χατζηδημητρίου χώρισαν και έδωσαν ραντεβού για το μεσημέ­ρι, στο οδοντιατρείο του Χατζηδημητρίου, για να πάνε μαζί, να πάρουν το ταξιδιωτικό έγγραφο.

Όπως μαρτυρεί ο Χατζηδημητρίου, η ώρα πήγε σχεδόν 12.30′, αλ­λά ο Παναγούλης δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού. «Με κατέλαβε μεγά­λη αγωνία. Πήγα μόνος μου στο Υπουργείο και συνάντησα τον Αντρέα Ρήγα, ο οποίος απλώς μου είπε πως υπήρχε μια περιπλοκή, χωρίς να μου δώσει άλλες εξηγήσεις». Ο Χατζηδημητρίου υπέθεσε ότι ο Γεωρκάτζης τού έπαιξε κάποιο παιχνίδι και ενδεχομένως να είχε διατάξει τη σύλλη­ψη του Παναγούλη. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Μακάριο, αλλά δεν τα κατάφερε και επέστρεψε απογοητευμένος στο ιατρείο του. Εκεί, έκπληκτος, είδε μπροστά του τον Παναγούλη. «Εκεί μου εκμυ­στηρεύτηκε κάτι που τον ξόρκισαν να το κρατήσει μυστικό από μένα: Με­τά που φύγαμε από το Υπουργείο Εσωτερικών συναντήθηκαν με τον Α­ντρέα Παναγιώτου, ο οποίος τον πήρε στον Γεωρκάτζη…»

Η συνάντηση με Γεωρκάτζη

Το πως διευθετήθηκε η συνάντηση Γεωρκάτζη – Παναγούλη δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Ο Αντρέας Παναγιώτου μαρτυρεί πως μετά, που ο Παναγούλης έφυγε από το Υπουργείο Εσωτερικών, πήγε στο σπίτι του, του χτύπησε την πόρτα και του παραπονέθηκε, επειδή ο Γεωρκάτζης τον έστησε, αρνούμενος να εκτελέσει την εντολή που του είχε δώσει ο Μα­κάριος και να του παραχωρήσει ταξιδιωτικό έγγραφο. Ο Παναγιώτου υποστηρίζει ότι με δική του πρωτοβουλία έκλεισε ραντεβού με τον Γε­ωρκάτζη και τον συνόδευσε στη συνάντηση που είχε μαζί του την επό­μενη μέρα.

Η μαρτυρία του Αντρέα Παναγιώτου έχει σοβαρές ανακρίβειες: Επό­μενη μέρα δεν υπήρχε. Όλα έγιναν το Σάββατο 27 Ιανουαρίου, στο τρίω­ρο 10 το πρωί ως 1 το μεσημέρι. Επίσης, αν και ο Γεωρκάτζης δεν εμ­φανίστηκε στη συνάντηση με τον Παναγούλη, η διαδικασία για την έκ­δοση του ταξιδιωτικού εγγράφου είχε προωθηθεί μέσω του διευθυντή της ΚΥΠ, Αντρεία Ρήγα. Ο Παναγούλης είχε ζητήσει ταξιδιωτικό έγγρα­φο και όχι συνάντηση με τον Γεωρκάτζη. Συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να σπεύσει ο Παναγούλης στον Παναγιώτου, για να του ζητήσει να μεσο­λαβήσει, για να τον βοηθήσει ο Τεωρκάτζης.

Είτε ο Παναγούλης πήγε αυτόβουλα σιο σπίτι του Παναγιώτου είτε ο Γεωρκάτζης ανέθεσε να τον παρακολουθούν μέχρι να χωρίσει από τον Χατζηδημητρίου, το βέβαιο είναι πως ύστερα από έξι μηνών παρακο­λούθηση του Παναγούλη από την κυπριακή ΚΥΠ ο Γεωρκάτζης δεν θα τον άφηνε αβασάνιστα να φύγει στο άγνωστο, με ένα «λεσέ πασέ» που του υποσχέθηκε ο Μακάριος. Λογικό ήταν ο Γεωρκάτζης να επιδιώξει να κρατήσει την επαφή μαζί του και μετά την αναχώρηση του από την Κύπρο.

Πώς περιγράφει ο ίδιος

Ο Παναγούλης περιέγραψε, μετά το 1974, την εμπειρία του από τη συνάντηση του με τον Γεωρκάτζη. «Στην αρχή δεν ήξερε ποιος ήμουν.

Όταν άκουσε το όνομα μου -το όνομα του ανθρώπου τον οποίο οι υπη­ρεσίες του καταδίωκαν μάταια-, έμεινε έκπληκτος. “Ώστε συ είσαι”, μου είπε. “Και για πες μου, πού κρυβόσουν τόσο καιρό και δεν σε βρίσκα­με;”»

Η συμπεριφορά αυτή του Γεωρκάτζη, όπως την περιέγραψε ο Παναγούλης, ήταν υποκριτική. Ο Γεωρκάτζης δεν συνέλαβε τον Παναγούλη επειδή δεν το επεδίωξε και όχι επειδή δεν τον έβρισκε. Ο Παναγούλης ανέφερε πως αντέδρασε στα λόγια του Γεωρκάτζη λέγοντας: «Τι κάθεσαι λοιπόν; Γιατί δεν με παραδίδεις στη χούντα; Σκέψου όμως όπως σκεφτόσουν όταν ήσουν κι εσύ στην παρανομία”. Φαίνεται πως θυμούμενος τα παλιά του συγκλονίστηκε. Από τη στιγμή εκείνη γίναμε φίλοι εγκάρδιοι. Και συνεργάτες για έναν κοινό σκοπό. Ο Γεωρκάτζης έγινε αντιστασιακός».

Ο Αντρέας Παναγιώτου, ο οποίος ήταν παρών, αναφέρει πως η συ­νάντηση κράτησε αρκετή ώρα, ο Γεωρκάτζης ήταν ήρεμος και έδειχνε πως κατανοούσε απόλυτα τον Παναγούλη, και συμφώνησαν να συνερ­γαστούν στο κίνημα κατά της χούντας. Μάλιστα αντί «λεσέ πασέ» που πρότεινε ο Μακάριος του εξέδωσε κανονικό διαβατήριο.

Ο Παναγούλης, με το διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στο χέρι, αναχώρησε την επομένη για τη Βηρυτό. Ο Γεωρκάτζης συνόδευσε τον Παναγούλη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, για να παρέμβει στην πε­ρίπτωση που θα τον αναγνώριζαν και θα παρεμπόδιζαν την αναχώρη­ση του.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008, σελίδες 6-7 Ντοκουμέντο

Το ρεύμα των σκληρών της χούντας και η απόπειρα κατά τον Παπαδόπουλου

Η λύση του μυστηρίου για τη συνεργασία Γεωρκάτζη – Παναγούλη

Του Μακάριου Δρουσιώτη

Ο Αλέκος Παναγούλης, αφού περιπλανήθηκε στην Κύπρο για έξι μήνες, έφυγε τον Ιανουάριο του 1968 από τη Λευκωσία με προορισμό τη Ρώ­μη, μέσω Βηρυτού. Ταξίδευε με διαβατήριο που το παραχώρησε ο Πο­λύκαρπος Γεωρκάτζης, ο οποίος τον κατευόδωσε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας.

Στη Ρώμη συνάντησε τον αδελφό του Στάθη και το γραμματέα της Ένωσης Κέντρου, Νίκο Νικολαίδη. Συζήτησε μαζί τους τα σχέδια του για κίνημα κατά της χούντας από την οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση»
που είχαν ιδρύσει.

Στα μέσα Φεβρουαρίου επισκέφθηκε τη Ρώμη ο προσωπικός φίλος του Γεωρκάτζη, Αντρέας Παναγιώτου, ο οποίος συζήτησε τα σχέδια της οργάνωσης με τον Παναγούλη και τον Νικολαΐδη. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, ο Παναγιώτου έστειλε επιστολή στον Παναγούλη και του ανα­κοίνωσε ότι ο Γεωρκάτζης «αποδέχθη να βοηθήσει μέσα στα πλαίσια δυνατοτήτων και πλήρους μυστικότητας».

Ο Γεωρκάτζης, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του Φωτεινή, ταξίδε­ψε στο Παρίσι στις 9 Μαΐου του 1968 για ιδιωτική επίσκεψη. Συναντή­θηκε με τον Παναγούλη και συζήτησαν τις λεπτομέρειες για την οργά­νωση του κινήματος. Σ’ αυτή τη συνάντηση συμφωνήθηκε να αναλάβει ο Γεωρκάτζης καθήκοντα στρατιωτικού αρχηγού της οργάνωσης «Ελ­ληνική Αντίσταση», με το ψευδώνυμο «Ακρίτας».

Από το Παρίσι ο Γεωρκάτζης πήγε μέσω Λονδίνου στην Αθήνα. Εκεί έφτασε στις 20 Μαΐου και ο Παναγούλης. Οι δυο τους συναντήθηκαν δυο φορείς στο σπίτι του Γιάννη Κλωνιζάκη. Μετά τις συναντήσεις ο Πα ναγούλης εκμυστηρεύτηκε στον Κλωνιζάκη πως ο Γεωρκάτζης του «υπο σχέθηκε ότι θα παράσχει οικονομικήν ενίσχυσιν» μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου δραχμών το μήνα και ότι «θα βοηθήσει εις την αποστολήν πυ ρομαχικών».

Ο Κλωνιζάκης είπε πως μετά τη συνάντηση εκείνη άρχισε να υπο ψιάζεται ότι ο αρχηγός της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση» ήταν α Γεωρκάτζης.

Πριν (από τις συναντήσεις με τον Παναγούλη, ο Γεωρκάτζης επισκέφθηκε τον αρχηγό της ΚΥΠ, Χατζηπέτρο, τον οποίο συναντούσε κάθε φορά που περνούσε από την Αθήνα. Ο Γεωρκάτζης μαγνητοφώνησε κρυ­φά τη συνομιλία του με τον Χατζηπέτρο και την πήρε στον Παναγούλη να την ακούσει.

«Ο Γεωρκάτζης όταν έφερε το μαγνητόφωνο έκανε σαν μικρό παι­δί», είπε αργότερα ο Παναγούλης.

Ο Παναγούλης επισκέφθηκε ξανά την Κύπρο στις 29 Ιουνίου 1968, συνοδευόμενος από τον Νίκο Νικολαίδη. Ο Γεωρκάτζης έστειλε ανθρώπους του και τους παρέλαβαν από το αεροδρόμιο και τους μετέφεραν στο ξενοδοχείο «Έλση», που ανήκε στο φίλο του Κλεάνθη Ναύτη. Στο ίδιο ξενοδοχείο ο Γεωρκάτζης φιλοξενούσε όλα τα στελέχη της χού­ντας που επισκέπτονταν την Κύπρο. Στο παρελθόν είχε φιλοξενήσει σι ο «Έλση» και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Οι Παναγούλης και Νικολαίδης είχαν μακρές συζητήσεις με τον Πο­λύκαρπο Γεωρκάτζη, ο οποίος τους παραλάμβανε από το ξενοδοχείο τους με το αυτοκίνητο του. Η άποψη του Νικολαίδη ήταν να κάνουν «αντίσταση-φάντασμα», δηλαδή να κτυπάνε με δολιοφθορές καινά εξα­φανίζονται. Όμως ο Γεωρκάτζης επεδίωκε τη δολοφονία του Παπαδό­πουλου και έλεγε πως «για να επιτύχει η ενέργεια κατά της δικτατορίας, πρέπει από την πρώτη μέρα να πέσει ένα μεγάλο κεφάλι».

Ο Γεωρκάτζης ανέθεσε στον αστυνομικό της ΚΥΠ Κυριάκο Πατατάκο να εκπαιδεύσει τον Παναγούλη στην κατασκευή και χρήση εκρηκτικών μηχανισμών. Ο Πατατάκος, που ήταν ειδικός στις εκρηκτικές ύλες, συνάντησε τον Παναγούλη στο γραφείο του Γεωρκάτζη, παρουσία του Αντρέα  Παναγιώτου. «Μου ανέθεσε ο Γεωρκάτζης να του κάμω μερικά μαθήματα για τη χρήση εκρηκτικών. Τον πήρα στο σπίτι μου και τον εκπαίδευσα για μερικές μέρες. Του έδωσα επίσης γραπτό υλικό για να μελετήσει», αναφέρει. Ο Πατατάκος έκανε τουλάχιστον δέκα μαθήματα στον Παναγούλη, μεταξύ των οποίων και πραγματική πρόκληση έκρηξης νάρκης σε μια απόμακρη περιοχή της Κερύνειας.

Ο Γεωρκάτζης ανέλαβε να εφοδιάσει τον Παναγούλη και την ομάδα του στην Αθήνα με όλο το αναγκαίο υλικό. «Ήρθε ο υπουργός και μας πήρε με ένα αυτοκίνητο. Μας πήρε στον Κυριάκο Πατατάκο, της κυ­πριακής ΚΥΠ», διηγείται ο Νίκος Νικολαΐδης στο δημοσιογράφο Κ. Μαρδά. «Μπήκαμε σε μια αποθήκη του στρατού. Ενώ ο Παναγούλης άρχισε να μαζεύει με απληστία εκρηκτικά, εκπυρσοκροτητές, κιβώτια, παρενέβη ο Πατατάκος λέγοντας: “Θα τα πάρεις όλα;” Ο Γεωρκάτζης τον έκοψε: “Άσ’ τον. Δικά σου είναι;”»

Το υλικό αυτό δεν ανήκε στο στρατό, ούτε στην αστυνομία, μήτε ήταν καταγραμμένο σε οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία. Στην αποθήκη αυτή φυλάσσονταν όπλα, πυρομαχικά και εκρηκτικά για τις ανάγκες ενός μι­κρού ιδιωτικού στρατού που διατηρούσε ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής του τοπικού κλιμακίου της οργάνωσης Gladio στην Κύπρο.

Ο ιδιωτικός στρατός του Γεωρκάτζη ήταν παρακλάδι του ΙΔΕΑ και ιδρύ­θηκε στην Κύπρο με τη βοήθεια και τη συνεργασία της ελληνικής ΚΥΠ.

Ο Γεωρκάτζης θα έστελνε στην Αθήνα, μέσω του διπλωματικού σά­κου της κυπριακής πρεσβείας, τα εκρηκτικά και χρήματα. Θα ακολου­θούσε και μια αποστολή οπλισμού, καμουφλαρισμένη ο’ ένα αυτοκίνη­το Μερσεντές, που θα στέλνονταν στην Αθήνα με φέρι-μπόουτ, με οδη­γό τον Κλεάνθη Ναύτη.

Η κυπριακή ΚΥΠ ήταν αυτή που ετοίμασε και πολυγράφησε σε 2.000 αντίτυπα, στο τοπικό κλιμάκιο της Κερύνειας, την προκήρυξη που θα κυ­κλοφορούσε η «Ελληνική Αντίσταση» στην Αθήνα, μετά την εκδήλωση του κινήματος.

Στις 11 Ιουλίου του 1968 ο Παναγούλης έφυγε από την Κύπρο και πήγε στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον Νικολαΐδη, που έφυγε ενωρίτερα. Εκεί είπε στον Νικολαΐδη «για το σχέδιο εκτέλεσης του Παπαδόπου­λου». Ο Παναγοΰλης πήγε από τη Ρώμη στην Αθήνα και άρχισε να ορ­γανώνει την απόπειρα. Το σχέδιο πρόβλεπε παγίδευση του δρόμου μι νάρκη και ανατίναξη του αυτοκινήτου που μετέφερε τον Γεώργιο Πα­παδόπουλο από τη βίλα που του είχε παραχωρήσει ο Ωνάσης στο Λαγονήσι, στην Αθήνα.

Σε δύο περιπτώσεις, στις 3 και 10 Αυγούστου 1968, ημέρα Σάββατο, ο συνεργάτης του Παναγούλη, Ν. Λεκανίδης, παρέλαβε από την κυ­πριακή πρεσβεία δέματα με εκρηκτικά και υλικά για την κατασκευή βομβών που έστειλε ο Γεωρκάτζης στο όνομα Βασίλειος Χριστοδούλου.

Η απόπειρα

Στις 8 Αυγούστου ο Νικολαΐδης, με κωδικοποιημένη επιστολή προς τον Παναγούλη, του ανακοίνωσε ότι η ενέργεια θα γινόταν στις 13 Αυ­γούστου, ενώ στις 15 Αυγούστου θα έφτανε η Μερσεντές με τον οπλισμό από την Κύπρο.

Ο Παναγούλης έκανε αναγνώριση του χώρου, κατασκεύασε τον εκρηκτικό μηχανισμό, τον τοποθέτησε σε έναν οχετό κάτω από το δρόμο και κρύφτηκε, περιμένοντας την αυτοκινητοπομπή να περάσει.

Στις 7.40′το πρωί της 13ης Αυγούστου μια έκρηξη είχε συγκλονίσει την περιοχή στο 31 ο χιλιόμετρο του δρόμου Αθηνών – Σουνίου και ένα τμήμα του οδοστρώματος τινάχτηκε στον αέρα. Ο Παπαδόπουλος και η συνοδεία του μόλις είχαν περάσει και κανένας δεν έπαθε τίποτε. Ο Παναγούλης έπεσε έξω στο συντονισμό μερικά δευτερόλεπτα. Η προσπάθειά του να διαφύγει από τη θάλασσα απέτυχε. Κρύφτηκε σ’ ένα βράχο, όπου τον εντόπισαν μερικές ώρες αργότερα άντρες της Ασφάλειας που ερευνούσαν την περιοχή.

Οι ανακριτές ισχυρίζονται ότι ο Παναγούλης ομολόγησε και κατέδωοε τους συνεργάτες του. Συνελήφθησαν όλοι στις 16 Αυγούστου και ομολόγησαν. Σε μερικές μόνο μέρες η Ασφάλεια γνώριζε σχεδόν τα πά­ντα για την απόπειρα. Ο Παναγούλης και 10 συνεργάτες του παραπέμ­φθηκαν σε στρατοδικείο. Οι συνεργάτες του κατέθεσαν ενώπιον του όλες τις λεπτομέρειες της οργάνωσης και της εκτέλεσης της απόπειρας. Ο ίδιος ο Παναγούλης αντιμετώπισε τους στρατοδίκες με τόλμη και θάρ­ρος. «Είστε οι εκπρόσωποι της τυραννίας και ξέρω πως θα με στείλετε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ξέρω όμως ότι για κάθε αγωνιστή της ελευ­θερίας το καλύτερο τραγούδι είναι ο θάνατος από το εκτελεστικό από­σπασμα», είπε στην απολογία του.

Τον καταδίκασαν δις εις θάνατον. Τρεις νύχτες και τρεις μέρες πε­ρίμενε να τον πάνε για εκτέλεση, αλλά η χούντα δεν το αποτόλμησε, διό­τι ήδη είχε γίνει σύμβολο δημοκρατίας και ελευθερίας. Ο Παναγούλης έζησε πέντε χρόνια μέσα ο’ ένα τσιμεντένιο κελί, ενάμισι μέτρο επί τρία, και αποφυλακίστηκε το 1973, όταν το καθεστώς παραχώρησε γενική αμνηστία.

Τα κίνητρα του Γεωρκάτζη

Από το 1968 μέχρι τις μέρες μας το ερώτημα για τα κίνητρα του Γεωρκάτζη παραμένει ανοιχτό. Όσοι έγραψαν για την υπόθεση Πανα­γούλη απέδωσαν στον Γεωρκάτζη δύο λόγους για την απόφαση του να συνεργαστεί με τον Παναγούλη:

  • Ο Γεωρκάτζης ήταν ενοχλημένος με τη χούντα λόγω της απόσυρ­σης της μεραρχίας, διέβλεψε τα δεινά που θα προκαλούσε η χούνια στην Κύπρο και αποφάσισε να συνεργαστεί για την ανατροπή της.
  • Όταν συναντήθηκε με τον Παναγούλη, έβαλε τον εαυτό του στη θέ­ση του όταν ήταν αγωνιστής της ΕΟΚΑ και αποφάσισε να τον βοηθήσει.

Αυτές τις εκδοχές τις υιοθέτησε και τις υποστήριξε μετά το ’74 και ο Αλέκος Παναγούλης.

Η εξιδανικευμένη ερμηνεία των προθέσεων του Γεωρκάτζη δεν στη­ρίζεται σε εξακριβωμένα γεγονότα, ούτε ανταποκρίνεται στο βίο και στην πολιτεία του.

Ο Γεωρκάτζης ήταν ο τοποτηρητής της χούντας στην Κύπρο πολύ πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Είχε συνεργασία με τον ΙΔΕΑ από τα πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και γνώριζε προσωπικά τον Παπαδόπουλο, ο οποίος τον βοήθησε το 1960 να ιδρύ­σει την κυπριακή ΚΥΠ στα πρότυπα της αντίστοιχης ελληνικής. Συνεργάσιηκε με τον Ιωαννίδη το 1962-63, όταν αυτός υπηρετούσε στην Κύ­προ, στην ίδρυση οργάνωσης με σκοπό την ακύρωση των Συμφωνιών της Ζυρίχης και την ανακήρυξη της Ένωσης.

Για τα πολιτικά δεδομένα της εποχής ήταν παντελώς αδιανόητο να συμμαχήσει ένας ακραίος εθνικιστής με ένα «σεσημασμένο κομμουνιστή» για την ανατροπή ενός καθεστώτος, στις δομές του οποίου στήρι­ζε ο Γεωρκάτζης την ισχύ και την ηγεμονία του. Μια τόσο βαθιά ριζω­μένη σχέση μπορούσε να αναιρεθεί τόσο εύκολα σε μια συνάντηση με­ρικών λεπτών και να καταλήξει τόσο γρήγορα σε τόσο ριζοσπαστικές δράσεις, όπως ήταν το ένοπλο κίνημα κατά της χούντας;

Από την άλλη, η συμμετοχή του Γεωρκάτζη στην απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου είναι μια πραγματικότητα. Ήταν ζήτημα μερικών δευ­τερολέπτων να δολοφονηθεί ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Έστω ότι πε­τύχαινε η απόπειρα, θα έπεφτε η χούντα; Ποιος θα επωφελείτο από τις συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας;

Η χούντα δεν υπήρξε ποτέ ομοιογενής. Ευθύς εξαρχής είχαν δημι­ουργηθεί δύο ρεύματα. Το ένα ρεύμα, που είχε την πλειοψηφία στο «επα­ναστατικό συμβούλιο», εκφραζόταν από την τριανδρία Παπαδόπουλου, Παττακού και Μακαρέζου. Ο Παπαδόπουλος συγκέντρωσε στα χέρια του όλες τις εξουσίες. Μετά το κίνημα του βασιλιά έγινε αντιβασιλέας, πρω­θυπουργός, υπουργός Εξωτερικών, Εσωτερικών και Άμυνας. Ο Παπαδόπουλος εννοούσε να κυβερνήσει την Ελλάδα για πολλά χρόνια, αλλά επιδίωκε να μεταμορφώσει το καθεστώς σε κατ’ επίφαση δημοκρατικό. Στα σχέδια αυτά του Παπαδόπουλου αντιδρούσε το ρεύμα των σκληροπυρηνικών, που εκφραζόταν από την τριανδρία Λαδάς, Ασλανίδης και Ιωαννίδης. Αυτοί οι τρεις αξιωματικοί, με πρώτο τον Λαδά, δεύτερο τον  Ασλανίδη και σε λιγότερο βαθμό τον Ιωαννίδη, ήταν οι ενδοχουντικοί αντίπαλοι του Γεώργιου Παπαδόπουλου.

Από τα πρώτα στάδια της δικτατορίας οι Λαδάς, Ιωαννίδης και Λσλανίδης έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην αποστολή της χούντας σαν «ηθικοπλαστικού οργάνου της διεφθαρμένης ελληνικής κοινωνίας» και ήταν ενάντια σε οποιαδήποτε τάση επαναφοράς δημοκρατικοί ελευθεριών, Η ομάδα αυτή των «σκληρών» της χούντας διαφωνούσε με τους «πραγ­ματιστές» της ομάδας Παπαδόπουλου. Διαφώνησαν με πολλές αποφά­σεις και πρακτικές του Παπαδόπουλου, όπως τα ανοίγματα προς την Τουρκία, την αποχώρηση της μεραρχίας από την Κύπρο στην εκπνοή του ’67 και τη διευκόλυνση του Ανδρέα Παπανδρέου να φύγει από την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1968.

Πάνω απ’ όλα όμως αντιδρούσαν στη «συμφιλιωτική πολιτική» που ακολουθούσε ο Παπαδόπουλος το 1968, προκειμένου να επιβληθεί ομα­λότερα το νέο σύνταγμα που ετοίμαζε. Στο πλαίσιο της πολιτικής του αυτής, ο Παπαδόπουλος, άφησε την άνοιξη του 1968 ελεύθερους 4.000 κρατούμενους που θεωρούνταν κομμουνιστές, κατήργησε τον Ιούλιο έξι από τα δέκα στρατοδικεία και απελευθέρωσε τους περισσότερους από τους παλιούς πολιτικούς που τελούσαν υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Στις 30 Ιουλίου 1968 είχε υποσχεθεί επιστροφή στην κοινοβουλευτική δη­μοκρατία.

Ακριβώς τότε οι Αμερικανοί εντοπίζουν τις πρώτες σοβαρές διαφω­νίες του Δημήτριου Ιωαννίδη με τον Παπαδόπουλο. Το 1973, όταν ο Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο με πραξικόπημα και οι υπηρε­σίες των ΗΠΑ έκαναν το ψυχογράφημα του, ανέφεραν ότι οι διαφωνίες αυτές ξεκίνησαν «τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 1968, όταν ο Ιωαννίδης τάχθηκε ενάντια στο δημοψήφισμα για το σύνταγμα». Ο Ιωαννίδης έγινε επικριτικός στον τρόπο διακυβέρνησης του Παπαδόπουλου και «τον κατηγορούσε για κυβερνητική διαφθορά και νεποτισμό και για τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος μέσω της επανεμπλοκής των πολιτικών». Ο Ιωαννίδης ήταν επικριτικός στην «έμμονη ανησυχία του Πα-παδόπουλου για το δικό του πολιτικό μέλλον» και «θεωρούσε ότι όλα αυ­τά τα ζητήματα παρεξέκλιναν από τους στόχους και το πνεύμα που διέπει την “επανάσταση” του 1967».

Παρατηρείται λοιπόν το πρώτο εννιάμηνο του 1968, από την ανά­ληψη της πρωθυπουργίας από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο μέχρι το «δη­μοψήφισμα» για το νέο σύνταγμα τον Σεπτέμβριο, μια βαθιά ρήξη στους κόλπους της χούντας, που αφορά τον προσανατολισμό της «επανάστα­σης».

Είναι εξακριβωμένο ότι εκείνη την περίοδο ο Γεωρκάτζης είχε επα­φή με τους σκληρούς της χούντας και ειδικά με τον Ασλανίδη. Η σχέση αυτή δεν διακόπηκε όταν αποκαλύφθηκε η συμμετοχή του στην απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου. Μόλις έξι μήνες μετά το εγχείρημα του Παναγούλη να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο, ο Γεωρκάτζης άρχισε να οργανώνει μαζί με τον Ασλανίδη την απόπειρα δολοφονίας του Μακα­ρίου, που έγινε τον Μάρτιο του 1970. Η ενέργεια αυτή ήταν μια κοινή δράση του Γεωρκάτζη και του διοικητή των ΛΟΚ στην Κύπρο, Δημήτρη Παπαποστόλου.

Ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Γεωρκάτζη, ο Νίκος Ιωάν­νου – Ψωμάς, αποκάλυψε πως λίγους μήνες πριν από την απόπειρα κα­τά του Μακαρίου ο Γεωρκάτζης του είπε: «Έχω πληροφορίες ότι σε δύο μήνες θα “φάνε” τον Παπαδόπουλο και θα βάλουνε πρωθυπουργό τον Ασλανίδη και μετά θα φάνε τον Μακάριο».

Ο Αντωνάκης Σολομώντος, ο οποίος οργάνωσε κατ’ εντολή του Γε­ωρκάτζη την απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου, μαρτυρεί ότι ο Γεωρκάτζης τού είπε πως μετά το εγχείρημα στην Κύπρο αναμένονταν εξε­λίξεις και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σολομώντος, μετά τη δολοφονία του Μακαρίου θα γινόταν ένα επαναστατικό συμβού­λιο, στο οποίο θα συμμετείχαν ο Παπαποστόλου και ο Γεωρκάτζης για την ανακήρυξη της ένωσης.

Στο αμερικανικό δημόσιο αρχείο υπάρχει πλούσια αλληλογραφία μεταξύ του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα και του Σιέιτ Ντιπάρτμεντ σχε­τικά με τις προθέσεις του Ασλανίδη να ρίξει τον Παπαδόπουλο, μέσω μιας κρίσης στην Κύπρο, που θα κατέληγε στη διπλή ένωση. Ανάλογες πληροφορίες είχε και ο Κληρίδης στη Λευκωσία, ο οποίος τις μοιρά­στηκε με τον πρέσβη των ΗΠΑ στη Λευκωσία, Τέιλορ Μπέλτσερ.

Η συνολική εκτίμηση της αμερικανικής διπλωματίας ήταν πως με­τά τη δολοφονία του Μακαρίου από τους Παπαποστόλου – Γεωρκάτζη θα ακολουθούσε κίνημα στην Ελλάδα υπό τον Ασλανίδη. Δηλαδή η από­πειρα που έγινε κατά του Μακαρίου στην Κύπρο ήταν απόλυτα συναρ­τημένη και με τη δολοφονία του Γεώργιου Παπαδόπουλου στην Ελλά­δα!

Ο Γεωρκάτζης ουδέποτε απέδωσε στον εαυτό του ρόλο αντιστασια­κού κατά της χούντας. Όταν έγινε γνωστή η ανάμειξη του στην υπόθε­ση Παναγούλη, μιλούσε για «σκευωρία». Αυτή ήταν η άποψη και σύσ­σωμου του κυπριακού Τύπου, που τον στήριξε. Ακόμη, λίγο μετά την αποτυχημένη απόπειρα του να δολοφονήσει τον Μακάριο, τον Μάρτιο του ’70, επιχείρησε να τον συναντήσει και να του πει τα παράπονα του. Ετοίμασε ένα σημείωμα με τις επικεφαλίδες των θεμάτων που θα του ανέ­πτυσσε. Για το ζήτημα του Παναγούλη έγραψε: «Επικράνθην από το ότι με αφήσατε εκτεθειμένον εις την υπόθεσιν Παναγούλη. Εδέχθην το στίγμα αγογγύστως διά να σας υποβοηθήσω». Η μεγαλύτερη αντιστασιακή πράξη κατά της χούντας ήταν κατά τον Γεωρκάτζη στίγμα.

Ο Γεωρκάτζης ήταν πολύ έμπειρος συνωμότης, για να γνωρίζει πως μια οργάνωση των μερικών ατόμων με πενιχρά μέσα, όπως ήταν η «Ελ­ληνική Αντίσταση», δεν είχε τη δυνατότητα να ανατρέψει τη χούντα, ακό­μη κι αν κατάφερνε να δολοφονήσει τον Παπαδόπουλο.

«Οι δυνάμεις που επέβαλαν τη χούντα έχουν αρκετές εφεδρείες σαν τον Παπαδόπουλο. Αντίθετα η αρνητική ζημιά υπήρξε σημαντική», έγραψε από τότε ο Γιάννης Κάτρης, αποτιμώντας αρνητικά το αποτέλεσμα της απόπειρας του Παναγούλη να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο. «Με μια επιτήδεια προπαγανδιστική εκμετάλλευση της απόπειρας, η χούντα επί πολλούς μήνες μπόρεσε να αντιστρέψει τους ρόλους και να γίνει από κατηγορούμενη κατήγορος. Το σφυροκόπημα της δικτατορίας από την παγκόσμια κοινή γνώμη έπεσε σε χαμηλότερους τόνους. Και επιπλέον νέα κύματα συλλήψεων και διωγμών τροφοδότησαν τα άντρα των βασανιστών».

Αν λοιπόν πετύχαινε η απόπειρα, ο Παπαδόπουλος θα έφευγε από τη μέση χωρίς αντιπραξικόπημα, θα γινόταν ήρωας της «επαναστάσεως», η πολιτική των «πραγματιστών» θα είχε ηττηθεί και το ρεύμα των «σκληρών» θα ενδυναμωνόταν. Περισσότεροι «σεσημασμένοι κομμουνιστές» θα στέλνονταν στα ξερονήσια, τα «πειράματα» για νέα συντάγματα θα αποτύγχαναν και δεν θα υπήρχε καθόλου ελεύθερος χώρος δράσης των παλαιών πολιτικών, που ήταν ανάθεμα για τους «σκληρούς».

Η απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου απέτυχε, όπως απέτυ­χε ενάμιση χρόνο αργότερα η απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1970 οι άνθρωποι του Ασλανίδη δολοφόνησαν στη Λευκωσία τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, ο οποίος γνώριζε ήδη πάρα πολλά για να ζήσει…

Πώς «πούλησε» τον Παναγούλη ο Π. Γεωρκάτζης

Του Γιώργου Βότση

Στις 13 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την κορυφαία αντιστασιακή ενέργεια κατά της στρατοκρατικής δικτατορίας: την απόπει­ρα του Αλέκου Παναγοΰλη να γίνει τυραννοκτόνος, σκοτώνοντας το δι­κτάτορα Γ. Παπαδόπουλο.

Το σχέδιο προέβλεπε να τιναχθεί στον αέρα το αυτοκίνητο του δικτάτορα νωρίς το πρωί, κατά τη μετάβαση του στο γραφείο του από τη βίλα στο Λαγονήσι, που του είχε διαθέσει ο Ωνάσης. Ο Παναγούλης είχε παγιδεύσει με εκρηκτικά έναν αγωγό κάτω από τη λεωφόρο Αθηνών – Σουνίου (στο 31ο χιλιόμετρο). Η ιστορία γνωστή: Η έκρηξη σημειώθηκε δευτερόλεπτα μόλις αφού πέρασε η αυτοκινητοπομπή – και το τεθωρακισμένο του Παπαδόπουλου δεν έπαθε το παραμικρό.

Ο Παναγούλης συνελήφθη ενώ κρυβόταν ημίγυμνος στα βράχια της ακτής. Ύστερα από τρεις ημέρες συνελήφθησαν άλλοι 14 ως συνεργά­τες του και μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης του «Ελληνική Αντίστα­ση». Στη δίκη τους, τον Νοέμβριο του 1968, ο διαβόητος βασιλικός επί­τροπος Ι. Λιαπής πρότεινε θανατική καταδίκη για τον Αλέκο Παναγού­λη και τον (μετέπειτα υπουργό του ΠΑΣΟΚ) Λευτέρη Βερυβάκη, ως υπό­τροπο, και ισόβια για τους Γ. Κλωνιζάκη και Ν. Λεκανίδη. Η απόφαση ανακοινώθηκε στις 17 Νοεμβρίου – σημαδιακή ημέρα αργότερα: δις εις θάνατον ο Παναγούλης, ισόβια ο Βερυβάκης, κάθειρξη πολυετής για τους άλλους…

Καθώς οι πληροφορίες έφεραν τη χούντα αποφασισμένη να εκτελέ­σει τον Παναγούλη, ένα γιγάντιο κίνημα για τη σωτηρία του έλαβε πα­γκόσμιες διαστάσεις – με σημαντικότερη την υπογραφή του Πάπα. Στο Λονδίνο καμιά δεκαριά ξαπλώσαμε με τσουχτερό κρύο στο πεζοδρόμιο, απέναντι από την ελληνική πρεσβεία (μας λοιδορούσαν προκλητικά κά­ποιοι επισκέπτες της, όπως ο Αρναούτης, ο Τέλης Σαβάλας και γνωστοί εφοπλιστές), σε απεργία πείνας για πέντε μερόνυχτα, ώσπου η θανατι­κή καταδίκη μετετράπη σε ισόβια.

Ως το 1973 έμεινε στις φυλακές ο Αλέκος Παναγούλης, με στάση λε­βέντικη, ανάλογη με το θρύλο που τον περιέβαλλε: Αλύγιστος κι ανυπό­τακτος, προκαλούσε τους βασανιστές του, τους δεσμοφύλακες και τους στρατοδίκες και σχεδίαζε συνεχώς αποδράσεις από τα δεσμωτήρια (τρεις φορές τα κατάφερε!), όταν δεν έγραφε ποιήματα, τρυφερά και ανατρε­πτικά, με το αίμα του για μελάνι και σπιρτόξυλα για πένα… Ως και ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, στη συζήτηση που είχα μαζί του στον Κορυδαλλό το 1996, αναγνώριζε τον επίδοξο τυραννοκτόνο ως τον «μόνο πραγματικό αντιστασιακό» και «μεγάλο παλικάρι».

Αυτό το παλικάρι, από τις ηρωικότερες μορφές στη νεοελληνική Ιστορία, ήταν ήδη βουλευτής ανεξάρτητος όταν βρήκε αδόκητο θάνατο, 11|\ Πρωτομαγιά του 1976, με επίσημη εκδοχή, που δεν έπεισε τους πολλούς, το τροχαίο. Πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες έκλαψαν το μόλις 37χρονο παλικάρι στο συγκλονιστικό ξόδι…

Γνωστά όλα αυτά λίγο πολύ, δεν βλάπτει να τα θυμίζουμε και να τα θυμόμαστε, σαν διαφυγή έστω από τη μιζέρια της πολιτικής επικαιρότητας.

Άγνωστα για τους περισσότερους και εξαιρετικού ενδιαφέρον κ η ήταν όσα αποκάλυψε ο Μ. Δρουσιώτης στην έρευνα του («Ε», 13 και 14/8/08), με τίτλο «Ο Αλέκος Παναγούλης στα πλοκάμια της ΚΥΠ». Πως ο λιποτάκτης Παναγούλης, στην περιπλάνηση του στο εξωτερικό, για να εξασφαλίσει βοήθεια, ώστε να εφαρμόσει το σχέδιο του να σκοτώσει το δικτάτορα, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και πρόθυμους ενισχυτές οι η Μεγαλόνησο και παγιδεύεται από τον τότε υπουργό Εσωτερικών Πολύ­καρπο Γεωρκάτζη, την «πιο σκοτεινή και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της νεότερης Ιστορίας της Κύπρου».

ΚΥΠατζήδες της Κύπρου τον εκπαίδευσαν στα εκρηκτικά και ο Γεωρκάτζης (τον οποίο ο Παναγούλης αναγόρευσε ηγετικό στέλεχος της ορ­γάνωσης του «Ελληνική Αντίσταση») του παρέσχε αφειδώς κάθε βοή­θεια: διαβατήρια, χρήματα, άνετα ταξίδια, όπλα και, τελικά, με το δι­πλωματικό σάκο της κυπριακής πρεσβείας στην Αθήνα τα εκρηκτικά για την απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου.

Σε μια κουβέντα μας στο καφενείο της Βουλής, στις αρχές του 1976, του εξέφρασα την εύλογη απορία πώς εμπιστευόταν έτσι τον Γεωρκάτζη, τον πιο πατενταρισμένο άνθρωπο της χούντας και των Αμερικανών στην Κύπρο.

Η απάντηση με προβλημάτισε για την ευπιστία του: Ο ίδιος, λέει, του θύμιζε και του ξύπνησε το αγωνιστικό παρελθόν  στην εοκα. κι όπως  είχε θυμώσει (!) με τον Παπαδόπουλο για την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από το νησί, το φθινόπωρο του 1967,πείστηκε να γίνει αντισιασιακός για να εκδικηθεί τη χούντα!…

Ο Μ. Δρουσιώτης αναπτύσσει μια διαφορετική εκδοχή: Ο Γεωρκάτζης συνεργάζεται με την αντιπαπαδοπουλική φράξια των σκληρών στη χούντα: Ασλανίδη, Λαδά, Ιωαννίδη. Και ήθελε τη δολοφονία του Παπαδόπουλου, όπως οργάνωσε με τον Παπαποστόλου και τη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου, για να ανοίξει ο δρόμος για τον ίδιο στην Κύπρο και τον Ασλανίδη στην Ελλάδα.

Η εκδοχή αυτή νομίζω ότι δεν στέκει – κι όχι μόνο επειδή τον Γε­ωρκάτζη σκότωσαν (στη Λευκωσία, 15/3/1970) οι ίδιοι με τους οποίους υποτίθεται ότι συνωμοτούσε.

Βοηθώντας τον Παναγούλη, ο Γεωρκάτζης ήθελε για δικούς του λό­γους να στείλει στο δικτάτορα Παπαδόπουλο απειλητική προειδοποίηση ότι είναι ευάλωτος και όχι να τον σκοτώσει. Στο έγκυρο βρετανικό πε­ριοδικό Πράιβετ Άι δημοσιεύθηκε τότε μια πειστική εξήγηση, που πέρα­σε απαρατήρητη: Τα εκρηκτικά που έστειλε ο Γεωρκάτζης στον Πανα­γούλη προσφέρονταν για μια εντυπωσιακή έκρηξη, αλλά όχι και για να τινάξουν στον αέρα το οδόστρωμα μαζί με το τεθωρακισμένο (του Νκρούμαχ) αυτοκίνητο του δικτάτορα. Η μικρή ρωγμή κι όχι κρατήρας στη λεω­φόρο Σουνίου το μαρτυρεί αδιάψευστα…

Όλα αυτά δεν μειώνουν στο ελάχιστο τη λεβεντιά του αλησμόνητου Αλέκου Παναγούλη, που τόλμησε να στοχεύσει το κεφάλι της χούντας, παίζοντας το δικό του κορόνα γράμματα.

Επιβεβαιώνουν ασφαλώς ότι αποκοτιά και σύνεση δεν συνταιριά­ζουν και δείχνουν την απόγνωση του παλικαριού από την αδυναμία να στηρίξουν το στόχο του πραγματικές αντιστασιακές δυνάμεις. Ο αδελ­φός του Στάθης και οι συναγωνιστές του ξέρουν καλά πόσα κοφτά «όχι» συνάντησε ο Αλέκος, όταν, στη Ρώμη και στο Παρίσι, έκρουε τις θύρες ηγετών της αντίστασης για βοήθεια.

Οι εκατοντάδες χιλιάδες κραυγαλέων αντιχουντικών στην κηδεία του, όπως και οι άλλες τόσες στις επετείους του «Πολυτεχνείου», διαδήλωναν το αντιστασιακό πάθος τους μετά, φευ, τη χούντα…

* * *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Διάλογος

Επιστολή δώδεκα συν αγωνιστών του στην «Ε» Αλ. Παναγούλης – Πολ. Γεωρκάτζης

Ζητούμενο, η αλήθεια

Με αφορμή την έρευνα του Μ. Δρουσιώτη για τα 40 χρόνια από την από­πειρα του Αλ. Παναγούλη κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου, 12 συ­ναγωνιστές του έστειλαν την ακόλουθη επιστολή:

Καταγγελία-Διαμαρτυρία Νο 1

Κατά την 40ή επέτειο της απόπειρας τυραννοκτονίας που πραγματο­ποίησε ο Αλέξανδρος Παναγούλης και οι συναγωνιστές του στο 31ο χι­λιόμετρο της οδού Αθηνών – Σουνίου κατά του δικτάτορα Παπαδόπου­λου «προέδρου» της κυβέρνησης της χούντας, ο κύριος Μ. Δρουσιώτης εκ Κύπρου, με δυο ολοσέλιδα δημοσιεύματα (ίδε «Ελευθεροτυπία», Τετάρ­τη 13 Αυγούστου 2008, σελ. 6 και 7, και Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008, σελ. 6 και 7), υποστηρίζει ότι «λύνει» το μυστήριο της συνεργασίας Παναγούλη -Γεωρκάτζη, διατεινόμενος, ανάμεσα σε πολλά και διάφορα περίεργα (στα οποία θα επανέλθουμε εκτενέστερα αργότερα διά μακρών), ότι ο Αλέξανδρος Παναγούλης είχε καταστεί όργανο των επιδιώξεων Γεωρκάτζη και κάποιων χουντικών. Έτσι ανάμεσα στα άλλα θεωρεί ότι:

Πρώτο: Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, έχοντας πέσει στα δίκτυα της ΚΥΠ, έφτασε στον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, που σε συνεργασία με πα­ράγοντες της χούντας συναποφάσισε ή αποφάσισε (;) την απόπειρα κα­τά του δικτάτορα. Το γεγονός ότι υπήρξε σημείωμα του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και διαμεσολάβηση πολλών άλλων στον υπουργό του το παραθεωρεί ή το απαξιώνει.

Δεύτερο: Αποπειράται να εμφανίσει -όπως δεν είναι η αλήθεια- ολό­κληρο το εγχείρημα, στη σύλληψη και στην εκτέλεση του από τον Αλέ­ξανδρο Παναγούλη και αντιστασιακούς Ελλαδίτες του εσωτερικού, σαν απόφαση ή συναπόφαση (;) του Γεωρκάτζη και των χουντικών (;) συ­νεργατών του. Όμως με αυτόν τον τρόπο διαστρεβλώνει, κακοποιεί, αφα­νίζει τη μόνη αλήθεια, που σε όλους μας ήταν και είναι γνωστή, πως η απόπειρα τυραννοκτονίας σαν ιδέα, σαν σχέδιο, σαν προετοιμασία, σαν εκτέλεση -πλην των εκρηκτικών- ήταν έργο Ελλαδιτών αντιδικτατορικών αγωνιστών του εσωτερικού και του εξωτερικού.

Τρίτο: Αποπειράται να ισχυριστεί ότι τάχα ο Αλέξανδρος Παναγούλης «μίλησε και μαρτύρησε» τους συναγωνιστές του. Το ίδιο πελώριο ψεύδος αποπειράθηκε να «περάσει» στο Έκτακτο Στρατοδικείο η χούντα. Αλλά απέτυχε. Εξάλλου οι συναγωνιστές του γνωρίζουν ότι. η ανάκριση που γι­νόταν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και τους αφορούσε ξεκίνησε μετά από «κάρφωμα», που έγινε από λόγους ερωτικής αντεκδίκησης παλαιάς σχέσεως εξ αυτών. Αυ­τό επέτρεψε στη χούντα να φτάσει στο «κρησφύγετο» του Αλέξανδρου Πα­ναγούλη, που ευρίσκετο το οπλοστάσιο της «Ελληνικής Αντίστασης».

Τέταρτο: Αποπειράται να συνδέσει -πολιτικά και ιστορικά- την (από­πειρα κατά του αρχιπραξικοπηματία με τις απόπειρες κατά του Μακα­ρίου από τους ηγέτες της χούντας. Φαίνεται ότι ο συντάκτης πιστεύει ότι η διά της βίας «αδελφοποίηση» των ανόμοιων, και ηθικά και πολιτικά ανισοβαρών, ιστορικών γεγονότων, δεν θα βαρύνει στην κρίση των θυ­μάτων της προπαγάνδας του.

Έτσι θα «διακινηθούν» με επιτυχία οι εικόνες αποδοκιμασίας και αποστροφής, για την απόπειρα κατά του δικτάτορα, ίσες με εκείνες που αφορούν τις απόπειρες κατά του αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Πέμπτο: Αποπειράται να περάσει το σύνολο των θεωρημάτων και θε­ωριών της χούντας, που βρίσκονται ενσωματωμένα στη διαταγή παρα­πομπής στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, που υπογράφει ο Φαίδωνας Γκιζίκης, μετά από τις ανακρίσεις που έγιναν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ από τον Δημήτριο Ιωαννίδη και υπό την ευθύνη του ταγματάρχη Θεόδωρου Θεοφιλογιαννάκου και του λοχαγού Δημητρίου Χατζηζήση. Αξιοσημείωτο παραμένει, στα όσα αναφέρουν οι «αποκαλύψεις», ότι δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν ούτε τα δεδομένα της δίκης στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών (4-17 Νοεμβρίου 1968) ούτε οι μετέπειτα αποκαλύψεις, μαρτυρίες και ομολογίες των θυτών και θυμάτων της δικτατορίας.

Έκτο: Αποπειράται, χωρίς προσωπικούς ενδοιασμούς και αμφιβολίες, να υποστηρίξει -κατά τη γνωστή από παλιά θεωρία των «εθελόδουλων»-τη θέση του ότι αν επιτύγχανε η απόπειρα θα ζημιώνονταν η δημοκρατία και η Ελλάδα. Γιατί το καθεστώς θα γινόταν σκληρότερο και οι διώξεις κα­τά των αντιχουντικών και δημοκρατικών θα δυνάμωναν. Έτσι το έργο των «πραγματιστών» και του αρχηγού της χούντας -που περιλάμβανε, ανάμε­σα στα άλλα «έργα» τους, την «Ομοσπονδία Ελλάδος – Τουρκίας» και την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, που είχε στείλει ο Γ. Παπανδρέου- θα σταματούσε και θα αναλάμβαναν οι «σκληροί».

Με αυτή τη λογική η αποτυχία του εγχειρήματος ταυτίζεται με τη σωτηρία του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου και η σωτηρία του Γ. Παπα­δόπουλου με την ελπίδα επανόδου της δημοκρατίας. Σ’ αυτή τη θέση ο κ. Μ. Δρουσιώτης προχωρεί τόσο πολύ, ώστε, τάχα, αποκαλύπτει, όπως λέγει, άγνωστα στοιχεία από αρχεία μυστικών υπηρεσιών και πρεσβει­ών των ΗΠΑ, προκειμένου να φτάσει στο από αυτόν «ζητούμενο»: ότι «η δολοφονία του Μακαρίου στην Κύπρο είναι απόλυτα συναρτημένη με τη δολοφονία του Γ. Παπαδόπουλου στην Ελλάδα».

Έβδομο: Αποπειράται να «κάψει» πολιτικά και ιστορικά την αντισιασιακή δράση κατά της δικτατορίας -της οποίας λαμπρή σελίδα αποτελεί η απόπειρα κατά του αρχιπραξικοπηματία –για την οποία ουσιαστικά υποστηρίζει τη «ραγιάδικη» θεωρία, ότι θα καθιστούσε σκληρότερη τη συμπεριφορά της χούντας και θα της επέτρεπε να εφαρμόζει σκληρότερα μέτρα.

Όγδοο: Αποπειράται -προφανώς εξαιτίας ή ίσως και στο όνομα των εσωκυπριακών αντιθέσεων, αντιπαραθέσεων, διχασμών, με τις οποίες ο Αλέξανδρος Παναγούλης και οι συναγωνιστές του ουδέποτε ασχολήθηκαν κατά τον τρόπο που προδιαγράφει γι’ αυτούς ο κ. Μ. Δρουσιώτης- να τους εμφανίσει «όργανα κακούργων επιδιώξεων των παραγόντων της χούντας», την οποία στο σύνολο της πολέμησαν με όλες τους τις δυνάμεις, μέχρι της πλήρους κατάρρευσης και συντριβής της.

Πριν όμως κλείσουμε την πιο πάνω καταγγελία και διαμαρτυρία μας, θέλουμε να εκφράσουμε τη λύπη και την οργή μας, γιατί τις επετειακές ημέρες και ώρες της προ 4Θ ετών απόπειρας κατά του δικτάτορα τα πιο πάνω δημοσιεύματα μας γύρισαν πίσω -πένθιμα και δραματικά όσο τό­τε- στα όσα τις κρίσιμες ώρες ακούγονταν από το στόμα του Βύρωνα Στατματόπουλου, γενικού γραμματέα της χούντας, που μας πληροφορούσε μετά τη σύλληψη του Αλέξανδρου Παναγούλη τα εξής:

Ένατο:…. «Σήμερα το πρωί, ώρα 7 και 30′, επιχειρήθηκε απόπειρα κατά της ζωής του Έλληνα πρωθυπουργού Γ. Παπαδόπουλου, η οποία απέτυχε … συνελήφθη ο υπολοχαγός των ΛΟΚ Γεώργιος Παναγούλης (σ.σ.: εξαφανισμένος αδερφός του Αλέξανδρου), όργανο σκοτεινών και αντιδραστικών δυνάμεων, που επιχείρησαν να εκτελέσουν τον σωτήρα του έθνους…»

Στην ίδια ενημέρωση ο κ. Βύρων Σταματόπουλος πρόσθετε ότι το μόνο σχόλιο που έκανε ο πρωθυπουργός ήταν: «Ανέκαθεν ο θεός ήταν φιλέλλην» … και προφανώς γι’ αυτό η απόπειρα απέτυχε.

Δέκατο: Όμως η αποθέωση της διαστρέβλωσης και της προπαγάν­δας σημειωνόταν το ίδιο βράδυ και για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν ακούγονταν ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί να προπαγανδίζουν ότι… «την απόπειρα “έστησε” για να δοξαστεί και να επιβληθεί στους συν-επαναστάτες του ο ίδιος ο δικτάτορας»… Και προφανώς όχι η «Ελληνική Αντίσταση» και η αντιδικτατορική πάλη.

Μετά τα πιο πάνω θεωρούμε πως ελάχιστο ηθικό και πολιτικό χρέ­ος, αφενός μεν απέναντι στην αλήθεια και αφετέρου απέναντι στον Αλέ­ξανδρο Παναγούλη και στους αγώνες όλης της αντιδικτατορικής πάλης, μας επιβάλλει:

Να καταγγείλουμε όσα πιο πάνω σημειώνουμε και να διαμαρτυρη­θούμε για όσα αναληθή και ανίερα αποπειράται το πιο πάνω δημοσίευμα του κ. Μ. Δρουσιώτη να προσάψει σε ανιδιοτελείς αγωνιστές του δημο­κρατικού αντιδικτατορικού αγώνα, που επιχείρησαν για το καλό της Ελ­λάδας και της Κύπρου να πολεμήσουν τη χούντα. 18 Αυγούστου 2008 Οι υπογράφοντες

1. Αβράμης Γεώργιος, συνταξιούχος, 2. Ανδρουτσόπουλος Κωνστα­ντίνος, τέως νομάρχης, 3. Βερυβάκης Ελευθέριος, τέως βουλευτής -υπουργός, 4. Γιώτας Ευστάθιος, τέως βουλευτής – υπουργός, 5. Ζαμπέλης Νικόλαος, επιχειρηματίας, 6. Κλωνιζάκης Αρτέμιος, ιατρός, 7. Κλωνιζάκης Ιωάννης, τέως δήμαρχος Χανίων, 8. Κρητικός Παναγιώτης, τέως αντιπρόεδρος βουλής, 9. Μωράκης Γεώργιος, επιχειρηματίας, 10. Νικολαΐδης Νικόλαος, γενικός γραμματέας Ένωσης Κέντρου – ΕΔΗΝ εξω­τερικού, 11. Παναγούλης Ευστάθιος, τέως βουλευτής – υπουργός, 12. Τσάνου Θεοδώρα, τέως δημόσιος υπάλληλος.

Η απάντηση του συντάκτη της «Ε»

Κατανοώ την αντίδραση των συναγωνιστών του Αλέκου Παναγούλη, αλλά διαφωνώ με τη δογματική θέση τους περί μιας και «μόνης αλήθειας». Τα γεγονότα που καταγράφω στο αφιέρωμα για τα 40 χρόνια από την από­πειρα του Αλ. Παναγούλη κατά της ζωής του δικτάτορα Γ. Παπαδόπου­λου είναι επαρκώς τεκμηριωμένα. Εναπόκειται στους αναγνώστες να κρίνουν αν τα συμπεράσματα της έρευνας μου είναι σωστά ή λανθασμένα.

Δεν αμφισβήτησα την αγνότητα και τον πατριωτισμό του Αλ. Πανα­γούλη, αλλά τα κίνητρα του Γεωρκάτζη, ο οποίος τον χρησιμοποίησε. Και σ’ αυτό επιμένω. Οι συναγωνιστές του Παναγούλη ισχυρίζονται ότι η μό­νη συμμετοχή του Γεωρκάτζη στην απόπειρα ήταν η αποστολή των εκρη­κτικών. Μα ο ίδιος ο Ιωάννης Κλωνιζάκης, που συνυπογράφει την ανα­κοίνωση, κατέθεσε στο Στρατοδικείο (7/11/1968) ότι ο στρατιωτικός αρ­χηγός της οργάνωσης «Ελληνική Ανάσταση» ήταν ο Γεωρκάτζης!

Ο Νίκος Νικολαΐδης, που επίσης υπογράφει την ανακοίνωση, επι­βεβαίωσε την πληροφορία πως ο Γεωρκάτζης εισηγήθηκε τη δολοφονία του Γ. Παπαδόπουλου, λέγοντας πως «για να επιτύχει η ενέργεια κατά της δικτατορίας πρέπει από την πρώτη μέρα να πέσει ένα μεγάλο κεφάλι» (Κ. Μαρδάς, Πρόβες Θανάτου, σ. 87). Το γεγονός ότι η απόπειρα δολο­φονίας του Μακαρίου (που άρχισε να οργανώνεται από τους Ασλανίδη, Ιωαννίδη και Γεωρκάτζη μερικούς μήνες μετά τη σύλληψη του Πανα­γούλη) ήταν συνδεδεμένη και με την ανατροπή του Γ. Παπαδόπουλου στην Ελλάδα είναι πλήρως τεκμηριωμένο. Αν ενδιαφέρει τους υπογρά­φοντες, μπορώ να τους παραχωρήσω όλο το αποδεικτικό υλικό.

Δυστυχώς το πόρισμα του ανακριτή Θεοφιλογιαννάκου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, δεν ήταν «θεώρημα και θεωρία της χούντας». Η πικρή αλήθεια είναι πως σε λιγότερο από ένα μήνα η χούντα γνώρι­ζε τα πάντα για την απόπειρα. Τα πλείστα τα επιβεβαίωσαν αυτόβουλα ενώπιον του Στρατοδικείου μερικοί από τους συλληφθέντες…

Αυτά τα λίγα για την ώρα. Στο μεταξύ περιμένω ν’ ακούσω μια τεκμη­ριωμένη ερμηνεία για το πώς ο Γεωρκάτζης, ο άνθρωπος που ίδρυσε την ορ­γάνωση Gladio στην Κύπρο και ήταν σε επαφή με τον ΙΔΕΑ από το 1960, απο­φάσισε σε μερικά λεπτά να γίνει αντιχουντικός και ακολούθως στρατιωτικός αρχηγός της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση» για να ρίξει τη δικτατορία, με την οποία αργότερα συνεργάστηκε για να σκοτώσει τον Μακάριο.

Στα δημοσιεύματα της Ελευθεροτυπίας για τον Α. Παναγούλη αναφέρε­ται ο πρόεδρος της ΕΔΗΝ Στ. Καράμπελας με επιστολή του στην ίδια εφημερίδα:

Αθήνα 21/8/2008

Κύριε διευθυντά,

Οργή και κατάπληξη μας κατέλαβε όλους διαβάζοντας τα φληνα­φήματα και τις πομφόλυγες του συνεργάτη της έγκριτης Ελευθεροτυπίας Μ. Δρουσιώτη, καθώς και το ατυχές άρθρο του Γιώργου Βότση για τον Αλέκο Παναγούλη.

Είναι τραγικό το γεγονός ότι βρήκαν χώρο, για να σπιλώσουν την ηρωικότερη πράξη αντίστασης κατά της χούντας, μέσα σε μια εφη­μερίδα με πολλούς αγώνες, που σχεδόν έχει υιοθετήσει την προσπά­θεια να μην πέσει ο Αλέκος στη λήθη. Τα δύο απανωτά χτυπήματα έρχονται να προστεθούν στη διάθεση από την εφημερίδα της έκδο­σης Ιστορία των Ελλήνων, όπου ο «ιστορικός» κ. Σαμπατακάκης, ο ι ο κεφάλαιο για τον αντιδικτατορικό αγώνα, αγνοεί παντελώς την από­πειρα…

Είναι άξιο απορίας γιατί αυτή η προσπάθεια απαξίωσης από τον κ. Βότση. Ίσως γιατί διακατέχεται από τη χρόνια ψύχωση της δογματικής Αριστεράς, να μην αναγνωρίζει αγωνιστές πλην των δικών της. Πάντως οι κύριοι Βότσης και Δρουσιώτης θα πρέπει να συμφωνήσουν: Ή ήταν αδύναμος ο μηχανισμός (κατά Βότση) ή ισχυρός (κατά Δρουσιώτη). Για να κλείσει το κομμάτι με τον κ. Βότση, τον παραπέμπουμε στον προηγούμενο, όπου αναφέρεται σαφώς η εκπαίδευση του Πανα­γούλη στα εκρηκτικά και το γεγονός ότι ο ΙΔΙΟΣ επέλεξε τι θα χρησι­μοποιήσει. Εμείς πάντως έχουμε όλη την καλή διάθεση να προσφέρουμε θωρακισμένο αυτοκίνητο στον κ. Βότση, για να επαναλάβει το γεγονός…

Ευτυχώς ο κ. Δρουσιώτης, στις χωρίς επίκληση αποδείξεων θεωρίες του, λέει ότι όλοι όσοι έγραψαν για τον Αλέκο λένε τα αντίθετα από αυ­τόν…

Τα περί κομμουνιστή Παναγούλη είναι τουλάχιστον αστεία, αφού είναι γνωστό ότι ο Αλέκος είχε συλληφθεί ως ΕΔΗΝίτης σε διαδηλώσεις του Ανένδοτου Αγώνα, και για τον εθνικιστή Γεωρκάτζη η Ένωση Κέ­ντρου ήταν εθνικό κόμμα. Άλλωστε στο κείμενο προσπαθεί να κρύψει το γεγονός ότι η συνάντηση Αλέκου – Γεωρκάτζη έγινε με εντολή Μακαρίου. Εκτός και αν ο Μακάριος ήταν και αυτός χουντικός…

Δύο σημεία όμως αποτελούν ντροπή για τον κ. Δρουσιώτη, το πρώ­το, στην προσπάθεια του να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του στην Κύπρο, είναι ότι πλέκει το σενάριο φαντασίας για το σχέδιο των σκλη­ρών της χούντας να εξοντώσουν τον Παπαδόπουλο και ότι κάνει ο Γεωρκάτζης όργανο αυτών των σχεδίων τον Αλέκο. Αν πρόσεχε λίγο τις πη­γές, θα έβλεπε ότι ο Αλέκος λιποτάκτησε στις 27 Μαΐου του 1967, ένα μόλις μήνα μετά το πραξικόπημα, και υπάρχουν αναφορές για τις προ­θέσεις του να κάνει την τυραννοκτονία από τις αρχές Ιουνίου ακόμα. Ο ισχυρισμός δηλαδή είναι ότι οι σκληροί της χούντας ήθελαν από τον πρώτο μήνα να φάνε τον Παπαδόπουλο;… Τα σχόλια περιττεύουν.

Το δεύτερο σημείο ντροπής είναι ότι αφήνει να εννοηθεί ότι ο Αλέ­κος πρόδωσε τους συντρόφους του. Αν έψαχνε λίγο, θα έβλεπε πώς έγι­νε η αποκάλυψη των ονομάτων και τον παραπέμπουμε στον κ. Βότση για τα όσα είπε ο Παπαδόπουλος ή στον Θεοφιλογιαννάκο και τα όσα δή­λωσε στη δίκη των βασανιστούν στη Χαλκίδα.

Τέλος η θεωρία του ότι η επιτυχία της απόπειρας θα σκλήραινε το καθεστώς είναι ανάλογη εκείνης στην Κατοχή: Μη χτυπάτε τους Γερ­μανούς, γιατί θα έχουμε αντίποινα. Ο ελληνικός λαός και τότε και στη χούντα και στην Κύπρο ακόμα και σύγχρονα ξέρει να λέει ΟΧΙ. Ο κ. Δρουσιώτης βέβαια ξέρει να λέει ναι και να εμπλέκει ήρωες στις προ­σωπικές του εμπάθειες. Τουλάχιστον είμαστε βέβαιοι ότι το μεγάλο του ναι δεν έγινε με αμερικανικά χρήματα, όπως άλλων στην Κύπρο, αλλά για το καλό της μαρτυρικής νήσου… Το επόμενο άρθρο του κυρίου φανταζόμαστε ότι θα είναι η αποκάλυψη ότι ο Αλέκος δεν βασανίστηκε από τη χούντα, αλλά τον φιλοξενούσε η ΕΣΑ…

Με τις ευχαριστίες μας για τη φιλοξενία και αγωνιστικούς χαιρετι­σμούς,

Σταύρος Καράμπελας Πρόεδρος ΕΔΗΝ

Απάντηση του Γ. Βότση

0 Γιώργος Βότσης, που έλαβε γνώση της επιστολής Καράμπελα, παρα­τηρεί:

Σε όσα υποστήριξε στην ερευνά του ο Μ. Δρουσιώτης απάντησαν σοβαρά και με επιχειρήματα 12 από τους συναγωνιστές του αλησμόνητου Αλέ­κου Παναγούλη. Τι έρχεται τάχα να προσθέσει με την επιστολή του ο πρόεδρος της ΕΔΗΝ (;) εκτός από την εμπάθεια και την κακοήθεια του; Δεν απολογούμαι σ’ αυτόν λοιπόν. Δεν με αφορούν όσα λέει.

Με αγανάκτηση τα αντιπαρέρχομαι. Το κείμενο μου υπάρχει. Και από την πρώτη ως την τελευταία αράδα είναι ένας ύμνος (για πολλοστέ) φορά) για την «κορυφαία αντιστασιακή ενέργεια», για το «ανυπότακτο παλικάρι, από τις ηρωικότερες μορφές στη νεοελληνική Ιστορία» και για τους συναγωνιστές του. Για να μη δημιουργούνται εσφαλμένες εντυ­πώσεις στον αδαή αναγνώστη, θα επισημάνω απλώς ότι δεν υπάρχει ένας, απ’ όσους τουλάχιστον έλαβαν μέρος στην αντίσταση, που θα διενοείτο να πει το παραμικρό μειωτικό ή απαξιωτικό για τον Αλέκο Πα­ναγούλη, που ήταν και παραμένει το καμάρι μας. Οι χουνταίοι, οι κιο­τήδες και οι άκαπνοι είναι άλλη ιστορία.

Απάντηση του Μ. Δρουσιώτη

Αν ο στόχος του κ. Σταύρου Καράμπελα ήταν ο κοινός προβληματισμός και ο διάλογος στην αναζήτηση της αλήθειας για ένα σημαντικό ιστο­ρικό γεγονός, θα μπορούσα να σχολιάσω όλα τα σημεία που θίγει και με αφορούν. Εξάλλου ο αναγνώστης μπορεί να βρει τεκμηριωμένες απαντή­σεις, σε όλα τα ζητήματα που εγείρει, στο αρχικό κείμενο μου, που εί­ναι δημοσιευμένο στην «Ε», στις 13 και 14 Αυγούστου. Η αναφορά στα αμερικανικά δολάρια δεν με αφορά. Κερδίζω μέχρι και την τελευταία δεκάρα των εσόδων μου από το γράψιμο και ΜΟΝΟ. Είναι συνήθης α­ντίδραση από ανθρώπους που τους λείπουν τα επιχειρήματα να κατα­φεύγουν στα υπονοούμενα. Αλλά, αφού ο κ. Καράμπελας ανάμειξε μια ιστορική έρευνα με τα ΝΑΙ, τα ΟΧΙ και τα δολάρια, τον παροτρύνω, προ­τού αγγίξει ξανά αυτό το ζήτημα, να διαβάσει με προσοχή τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Στρατοδικείου…

* * *

Στη συζήτηση για την υπόθεση Παναγούλη έλαβε μέρος με επιστολή του και ο δημοσιογράφος κ. Κ. Μαρδάς, συγγραφέας του βιβλίου Αλέξανδρος Παναγούλης – Πρόβες Θανάτου, το οποίο είναι βιογραφία του Αλέκου Πα­ναγούλη.

«Οι ομολογίες έπειτα από άγρια βασανιστήρια δεν είναι αξιόπιστες»

Παρότι η δική μου μαρτυρία περισσεύει, επιτρέψτε μου, ως βιογράφος του μεγάλου ήρωα της αντιχουντικής αντίστασης, Αλέξανδρου Πανα­γούλη, με βάση τα στοιχεία της πολύχρονης έρευνας μου για τη συγ­γραφή του βιβλίου μου Αλέξανδρος Παναγούλης - Πρόβες θανάτου, να απα­ντήσω σε ορισμένα σημεία του αφηγήματος που έγραψε ο Κύπριος συνεργάτης σας, κ. Μ. Δρουσιώτης, στα φύλλα της 13ης, 14ης και 20ής Αυ­γούστου.

Ισχυρίζεται, με δύο λόγια, ότι ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης βοήθησε τον Αλέξανδρο Παναγούλη να οργανώσει την εκτέλεση του δικτάτορα Γεωρ­γίου Παπαδόπουλου, το πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, στο πλαίσιο ενός σχεδίου των σκληροπυρηνικών της χούντας, που προέβλεπε την παράλλη­λη φυσική εξόντωση των μετριοπαθών Παπαδόπουλου – Μακαρίου, ώσΤ8 να ανοίξει ο δρόμος για την ανακήρυξη της ένωσης από τους ακραιφνείς.

Περισσότερο πρόκειται για μια πολύ προχωρημένη ερμηνεία του συγγραφέα και λιγότερο για μια ντοκουμενταρισμένη απόδειξη.

Αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο καταχθόνιος -πράγματι- συνωμό­της, αλλά και αγωνιστής της ΕΟΚΑ και μετέπειτα υπουργός του Μακα­ρίου, Γεωρκάτζης… χρησιμοποίησε τον Παναγούλη (λες και ο Παναγούλης ήταν ένα παιδάκι), αυτό σε τίποτα δεν μειώνει την αποκοτιά του Αλέξανδρου και των συντρόφων του να αποφασίσουν οι ίδιοι να σκοτώ­σουν τον τύραννο.

Διότι την ιδέα για τη θανάτωση του ανθρώπου που είχε σκοτώσει τη δημοκρατία δεν την έβαλε ο Γεωρκάτζης στο μυαλό του Παναγούλη, όπως φαίνεται να υπογραμμίζει ο κ. Δρουσιώτης, επικαλούμενος από­σπασμα του βιβλίου μου, όπου παραθέτω τα λόγια του συντρόφου του Παναγούλη, Νίκου Νικολαΐδη, ο οποίος στην Κύπρο άκουσε τον Γεωρκάτζη να τους λέει: «Για να έχει επιτυχία η ενέργεια κατά της δικτατο­ρίας, πρέπει από την πρώτη μέρα να πέσει ένα μεγάλο κεφάλι».

Την επιλογή για την εκτέλεση την είχε κάνει ο Παναγούλης πριν ακό­μη διαφύγει στην Κύπρο, πριν καν γνωριστεί με τον Γεωρκάτζη. Αυτό το καταθέτει στο βιβλίο μου συναγωνιστής του στην ΕΔΗΝ, φοιτητής της Παντείου Σχολής:

«Μα δεν βρίσκεται κανείς να τον καθαρίσει; Αγανακτισμένος μιλού­σε ο Αλέκος Παναγούλης στον Άρη Πάνου (…) καθώς έπιναν τον καφέ τους, αρχές Ιουνίου 1967, στο ζαχαροπλαστείο Φοντάνα, στην πλατεία Κουκακίου» (σελίδα 55).

Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για το ποιον, πότε και πώς θα χτυπούσε η οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση» τον είχε ο αρχηγός της, Αλέξανδρος Παναγούλης, με σύμφωνη γνώμη των συναγωνιστών του στην Ελλάδα, στον οποίο είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη και ανυπόκριτο θαυμασμό για τη γενναιότητα του. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο (10! έστειλε στην Ιταλία, στους συντρόφους, σε μια δήθεν αθώα καρτ ποστάλ, πίσω από τη θέση των γραμματοσήμου:

«Αρχίζουμε την Τρίτη 13 Αυγούστου, ώρα 7 το προ)ί… και ο Θεός βοη­θός. Ταχυδρομήστε έντυπα από το βράδυ της 12ης/8. Γράψτε Άρη να στείλει στο δέμα της 10ης τρέχοντος και λίγες εφημερίδες και προκη­ρύξεις τουλάχιστον για τους ξένους ανταποκριτές… Στο δέμα φροντίστε να στείλετε χρήματα (…). Θα γίνουν ενέργειες που σας έγραψα (…). Θα πέσουν καρφιά και θα σκάσουν βόμβες στην Ομόνοια και στο Σύνταγ­μα (εντός υπονόμων). Τη δεύτερη μέρα επίσης θα ανατιναχθεί έξω της Γενικής Ασφάλειας και βόμβα στο μηχανοκίνητο της Καλλιθέας. Την Τρίτη βόμβες στο λιμάνι του Πειραιά και στο Κολωνάκι» (σελ. 95).

Ο κ. Δρουσιώτης επικαλείται κατάθεση του Γιάννη Κλωνιζάκη, συναγωνιστή του Παναγούλη, στο Στρατοδικείο, όπου χαρακτηρίζει τον Γεωρκάτζη «στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης “Ελληνική Αντίστα­ση”». Η δήλωση αυτή δεν μπορεί να εκληφθεί ως αληθινή μαρτυρία, γιατί ήταν αποτέλεσμα βασανιστηρίων. Σε τέτοιες ομολογίες ο ιστορικός ερευνητής πρέπει να είναι επιφυλακτικός. Οι ανακριτές της χούνιας έβα­λαν στο χαρτί αυτόν το βαθμό περί… «στρατιωτικού αρχηγού» για να μεγαλοποιήσουν το ρόλο του Γεωρκάτζη, τον οποίο ο Παπαδόπουλος εί­χε κουμπάρο… και έβλεπε να τον προδίδει, προς χάριν, πιθανώς, των ιδιοτελών σκοπών του.

«Η πικρή αλήθεια είναι πως σε λιγότερο από ένα μήνα η χούντα γνώ­ριζε τα πάντα για την απόπειρα. Τα πλείστα τα επιβεβαίωσαν αυτόβου­λα ενώπιον του Στρατοδικείου μερικοί από τους συλληφθέντες…», γρά­φει ο κ. Δρουσιώτης, δίνοντας πάλι βάση σε ομολογίες έπειτα από άγρια βασανιστήρια. Και θεωρώ ατόπημα να ερχόμαστε τώρα, με την άνεση που μας δίνουν ο χρόνος και το γραφείο μας, να αφήνουμε υπαινιγμούς για κάποιους αγωνιστές επειδή δεν άντεξαν το βούρδουλα, τη φάλαγγα, την εικονική εκτέλεση, και να τους λέμε σήμερα εκ του ασφαλούς ότι, ξέρεις, τα είπες όλα… «αυτόβουλα».

Επίσης στην κοινή επιστολή διαμαρτυρίας των συναγωνιστών ο κ. Δρουσιώτης απαντάει με βάση ομολογίες σιην ΕΣΑ, τονίζοντας ότι «οι ανακριτές ισχυρίζονται ότι ο Παναγούλης ομολόγησε και κατέδωσε τους συνεργάτες του. Συνελήφθησαν όλοι στις 16 Αυγούστου και ομολόγησαν»!

Παραλείπει όμως να παραθέσει την καταγγελία του Παναγούλη, σιη διάρκεια της δίκης, ότι η ομολογία του ήταν πλαστογραφημένη και ότι εκείνος δεν υπέγραψε κανένα τέτοιο χαρτί.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης δεν ομολόγησε, όπως άλλωστε το… ομο­λόγησαν οι βασανιστές του, που τον έδερναν δεμένο, τον κρεμούσαν από τον τοίχο, του περνούσαν πυρωμένο σύρμα από την ουρήθρα του… κι αυ­τός τους έβριζε πατόκορφα!

Όπως έγραψε ο ποιητής Γιώργος Χρονάς, όταν μιλάμε για τον Πα­ναγούλη, είναι σαν να μιλάμε για έναν Έλληνα θεό.

* * *

Καταγγελία-Διαμαρτυρία Νο 2 (συνέχεια-απάντηση)

Αθήνα, Τρίτη 26 Αυγούστου 2008

Είναι αλήθεια ότι η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ-ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ Νο 1 της 18ης Αυγού­στου 2Θ08 κατά των δύο δημοσιευμάτων του Μ. Δρουσιώτη εκ Κύπρου, 1) της 13ης Αυγούσιου 2008, Τετάρτη, «Ο Αλέκος Παναγούλης στα πλο­κάμια της ΚΥΠ», και 2) της 14ης Αυγούστου, Πέμπτη, «Η λύση του μυ­στηρίου για τη συνεργασία Γεωρκάτζη – Παναγούλη», δημοσιεύτηκε ακέ­ραιη και χωρίς καθυστέρηση στην Ελευθεροτυπία, 20 Αυγούστου 2008, Τετάρτη. Γι’ αυτό ευχαριστούμε την εφημερίδα.

Όμως ο συντάκτης των δημοσιευμάτων δεν κλείνει το θέμα. Έτσι μας εξαναγκάζει σε Συνέχεια-Απάντηση Νο 2.

Με κάλυμμα τον ισχυρισμό, τάχα ή αληθινά, ότι «διαφωνεί» με τη δογματική θέση μας (!) περί «μιας και μόνης αλήθειας» (!), επιμένει και συνεχίζει. Γι’ αυτό, αν και ζητούμε συγνώμη, συνεχίζουμε και επιμένου­με:

ΠΡΩΤΟ. Ο Μ. Δρουσιώτης ναι μεν τονίζει: «Δεν αμφισβήτησα την αγνό­τητα και τον πατριωτισμό του Αλέκου Παναγούλη,, αλλά τα κίνητρα του Γεωρκά­τζη, ο οποίος τον χρησιμοποίησε. Και γι’ αυτό επιμένω».

Όμως η μόνη και κατηγορηματική απάντηση μας στον πιο πάνω ισχυρισμό του Μ. Δρουσιώτη είναι ότι: «Δεν χρησιμοποιηθήκαμε από κα­νέναν. Ούτε από τον Γεωρκάτζη ούτε από τη “σκληρή χούντα” εναντίον της “μαλακής χούντας” – που ανακηρύσσει διά του σωτήρος-Γ. Παπα­δόπουλου, ελπίδα της δημοκρατίας. Γιατί το μόνο που συνέβη ήταν ότι χρησιμοποιήσαμε τα όπλα που απεστέλλοντο από την Κύπρο για την απόπειρα τυραννοκτονίας της 13ης Αυγούστου 1968 και τις υπόλοιπες αντιστασιακές πράξεις κατά της χούντας των Αθηνών.

»Η πιο πάνω συμπεριφορά μας επεβλήθη από το χρέος απέναντι στη δημοκρατία και στα ιδεώδη της πολιτικής ελευθερίας του ελληνικού λαού».

ΔΕΥΤΕΡΟ. Στην ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ-ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ Νο 1 (σημείο 2) τονίζαμε με έμφαση: Ο Μ. Δρουσιώτης: «Αποπειράται να εμφανίσει, όπως δεν είναι η αλήθεια, ολόκληρο το εγχείρημα, στη σύλληψη και στην εκτέλεση του από τον Αλέξανδρο Παναγούλη και αντιστασιακούς Ελλαδίτες του εσωτερικού, σαν απόφαση ή συναπόφαση (;) του Γεωρκάτζη και των χουντικών (;) συνεργατών του. Όμως με αυτόν τον τρόπο διαστρεβλώνει, κακοποιεί, αφανίζει τη μόνη αλήθεια, που σε όλους μας ήταν και είναι γνωστή, πως η απόπειρα τυραννοκτονίας σαν ιδέα, σαν σχέδιο, σαν προ­ετοιμασία, σαν εκτέλεση -πλην των εκρηκτικών- ήταν έργο Ελλαδιτών αντιδικτατορικών αγωνιστών του εσωτερικού και του εξωτερικού».

Το «παραμύθι» ότι το πιο πάνω τάχα ήταν έργο του «στρατιωτικού αρχηγού» της «Ελληνικής Αντίστασης», Πολύκαρπου Γεωρκάτζη, εφεύρημα της φαντασίας της χούντας (την ώρα της παντοδυναμίας του Γ. Παπαδόπουλου), πρέπει να τερματιστεί οριστικά.

ΤΡΙΤΟ. «Το χτύπημα κατά του ΝΑΣΕΡ αποφασίστηκε στην Ελλάδα από Ελλαδίτες κατά την άνοιξη του 1968. Και έπρεπε να γίνει γρήγορα. Να είναι
δε “στην καρδιά και στο νου της χούντας”, γιατί:

»α) αυτό θα συντόμευε τη ζωή της δικτατορίας,

»β) θα τερμάτιζε το “παιχνίδι” της χούντας με το σύνταγμα της δη­μοκρατίας,

»γ) θα γλίτωνε την ΚΥΠΡΟ -η οποία από το φθινόπωρο του 1968 αφοπλίστηκε από την ελληνική μεραρχία- από την περιπέτεια που με βεβαιότητα ερχόταν».

Στα 40 χρόνια που πέρασαν επανειλημμένες δηλώσεις μας το έχουν τονίσει (ίδε δηλώσεις Αλέξανδρου Παναγούλη, Ελευθερίου Βερυβάκη κ.ά., που είτε συναποφάσισαν είχε γνώριζαν την απόφαση). Δείγμα του γεγονότος ότι αυτό συνέβαινε ήταν ότι έτσι εκτιμάτο και από άλλους, που σαν αντιστασιακές οργανώσεις και αρχηγοί μίλησαν έγκαιρα για «θερμό καλοκαίρι» και μετά την απόπειρα για «ηρωική πράξη».

ΤΕΤΑΡΤΟ. Η θεωρία και το αξίωμα, που για πρώτη φορά χρησι­μοποίησε η χούντα κατά τις μέρες και ώρες πριν, κατά, μετά την ανάκριση και κατά τη δίκη, ότι τάχα ο Γεωρκάτζης ήταν ο «στρατιωτικός αρχηγός της ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ», ξαναστοιχειώνει τα γραπτά του Μ. Δρουσιώτη κατά προφανή περιφρόνηση «της θέσεως» του Αλέξανδρου Παναγούλη, όπως αναπτύχθηκε ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών στη δί­κη της απόπειρας.

Εξάλλου και με πολλές άλλες μετά ταύτα δηλώσεις του αρνιόταν πει­σματικά οτιδήποτε παρόμοιο, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πλέον κανένας λόγος απόκρυψης ή διαστρέβλωσης της αλήθειας.

Ολόκληρη η υφήλιος -ίσως πλην Μ. Δρουσιώτη και των υποβολέων του- έκτοτε είχε πληροφορηθεί τον εξουθενωτικό σαρκασμό και το δια­λυτικό καγχασμό του Αλέξανδρου Παναγούλη, που κατέρριπτε τον πα­ρόμοιο ισχυρισμό του βασιλικού επιτρόπου στο ακροατήριο του Στρατοδικείου με το περίφημο: «Πρώτη φορά σιην παγκόσμια ιστορία στρατιώτης στρατολογεί υπουργό Στρατιωτικών για δικούς του σκοπούς».

Έτσι είναι άνευ αξίας η επιστράτευση όσων φέρεται να έχει πει ο Γιωρκάτζης, για την ανάγκη «να πέσει ένα μεγάλο κεφάλι της χούντας·.

Ο οποίος προφανώς με αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορούσε να αποφασίσει το χτύπημα του αρχηγού της χούντας.

-   ΠΕΜΠΤΟ. Ο Μ. Δρουσιώτης εννοεί, διά των όσων συνέβησαν στην Κύπρο, να βρίσκει στην «απόπειρα κατά του δικτάτορα» με τις απόπει­ρες (στις οποίες τάχα δεν είχε ποτέ ο δικτάτορας μερίδιο) (;;;) κατά του αρχιεπισκόπου Μακαρίου κοινό ή κοινούς παρονομαστές. Δικαίωμα του. Δεν μας αφορά. Ούτε η μυθιστορηματική και αλλόκοτη πλοκή παρό­μοιων ιστορικών διηγήσεων του μας ενδιαφέρουν.

-   ΕΚΤΟ. Ο Μ. Δρουσιώτης υπερασπίζεται το πόρισμα του ανακριτή θ. Θεοφιλογιαννάκου, που θεωρεί ακριβές -και χωρίς τις θεωρίες και τα θεωρήματα της δικτατορίας-, για το οποίο χαρακτηριστικά λέγει ότι «τα πλείστα από αυτά επιβεβαίωσαν αυτόβουλα» (!!!), δηλαδή χωρίς βα­σανιστήρια, για τα οποία τίποτε ποτέ δεν άκουσε ο Μ. Δρουσιώτης, ενώ­πιον του Στρατοδικείου Αθηνών πολλοί εκ των κατηγορουμένων.

-   ΕΒΔΟΜΟ. Τέλος ο Μ. Δρουσιώτης καταλήγει διασκεδαστικός (!!!) μιλώντας περί Αλέξανδρου Παναγούλη και όσους επιχείρησαν την από­πειρα τυραννοκτονίας, ενθυμούμενος την Gladio (άραγε και τους Gladiotores ή Gladiatores της Κύπρου ή της Ρώμης), για να μας βάλει ερωτή­ματα, που την αφορούν, αλλά δεν αφορούν την ΑΠΟΠΕΙΡΑ της 13ης Αυ­γούστου 1968.

Σαν τελευταίο σχόλιο, σε όσα με τη σειρά των δημοσιευμάτων του ο Μ. Δρουσώτης μας ανάγκασε να θυμηθούμε, θέλουμε να σημειώσουμε με έμφαση ότι:

α) Επειδή εμείς και τότε και τώρα αρνούμεθα να ζούμε σε ραγιαδοσκλαβοπάζαρα, ακόμη και αν εκεί είχαμε τη θέση ευνουχοφαναριωτών, επανερχόμεθα στην καταγγελία και στη διαμαρτυρία που διατυ­πώσαμε και τη 18η Αυγούστου 2008 και

β) επειδή δεν βρίσκουμε δυνατή την επικοινωνία -μετά τη διαπίστωση των διαφορών μας- με την αντίληψη που εξέφρασε ο Μ. Δρουσιώτης, αρνούμεθα να ασχοληθούμε του λοιπού με οτιδήποτε προέρχε­ται από αυτόν.

Οι υπογράφοντες:

  1. Αβράμης Γιώργος, συνταξιούχος

2.  Ανδρουτσόπουλος Κώστας, τέως νομάρχης

3.  Βερυβάκης Ελευθέριος, τέως υπουργός – βουλευτής

4.  Γιώτας Ευστάθιος, τέως υπουργός – βουλευτής

5.  Παναγούλης Ευστάθιος, τέως υπουργός – βουλευτής

6.  Ζαμπέλης Νίκος, επιχειρηματίας

7.  Κλωνιζάκης Αρτέμιος, ιατρός

8. Κλωνιζάκης Ιωάννης, τέως δήμαρχος Χανίων

9. Κρητικός Παναγιώτης, τέως αντιπρόεδρος βουλής, βουλευτής

10.  Μωράκης Γιώργος, επιχειρηματίας

  1. Νικολαΐδης Νίκος, γενικός γραμματέας Ένωσης Κέντρου
  2. Πάνος Αριστείδης, δρ Πολιτικών Επισιημών
  3. Τσάνου Δώρα, τέως δημόσιος υπάλληλος

Η απάντηση του Μ. Δρουσιώτη στον Κ. Μαρδά:

Η δράση τον Α. Παναγούλη

Ο συνάδελφος Κώστας Μαρδάς, με επιστολή του στην «Ε» (25/8/2008), δίνει τη δική του ερμηνεία για τα όσα αναφέρονται στην έρευνα μου για το παρασκήνιο της απόπειρας του Αλέκου Παναγούλη να σκοτώσει τον Γ. Παπαδόπουλο, βοηθώντας εποικοδομητικά στο διάλογο γι’ αυτό το ση­μαντικό ιστορικό γεγονός.

Συμφωνώ με αρκετές από τις επισημάνσεις του κ. Μαρδά, όμως θα ήθελα να σχολιάσω μερικά σημεία της επιστολής του, με τα οποία διαφωνώ:

1)     Είναι ξεκάθαρο στο αφιέρωμα μου για τον Παναγούλη («Ε», 13 και 14/8/2008) ότι η ερμηνεία για τα κίνητρα του Γεωρκάτζη στη συνεργα­σία του με τον Παναγούλη είναι η άποψη μου – την οποία, πιστεύω, τεκμηριώνω. Είμαι έτοιμος να δεχτώ οποιαδήποτε άλλη άποψη που να υπο­στηρίζεται από τον ίδιο βαθμό τεκμηρίωσης. Η θέση ότι στο πρόσωπο του Παναγούλη είδε ο Γεωρκάτζης τον εαυτό του την εποχή της ΕΟΚΑ είναι πολιτικά αφελής και ανατρέπεται από τα πραγματικά γεγονότα.

2)  Συμφωνώ με τη θέση του κ. Μαρδά πως, ακόμη κι αν ο Γεωρκά­τζης χρησιμοποίησε τον Παναγούλη, αυτό «σε τίποτα δεν μειώνει την αποκοτιά του Αλέξανδρου και των συντρόφων του να αποφασίσουν οι ίδι­οι να σκοτώσουν τον τύραννο».

3)  Δεν υποστήριξα αυτό που μου αποδίδει ο κ. Μαρδάς, ότι την ιδέα για τη δολοφονία του Παπαδόπουλου την έβαλε στο μυαλό του Πάναγούλη ο Γεωρκάτζης. Είναι γεγονός, επιβεβαιωμένο και από κυπριακές πηγές, ότι ο Παναγούλης έλεγε ότι επιδίωκε τη δολοφονία του δικτάτο­ρα πολύ πριν συναντήσει τον Γεωρκάτζη. Αυτό είναι καταγραμμένο με σαφήνεια στην πρωτογενή έρευνα μου, που θα εκδοθεί σύντομα. Ο Γε­ωρκάτζης είχε πληροφόρηση για τις προθέσεις του Παναγούλη και προ­φανώς «έκτισε» πάνω σ’ αυτές. Ο Γεωρκάτζης δεν πρόσφερε εν λευκώ στήριξη στον Παναγούλη να οργανώσει κίνημα κατά της χούντας, αλλά σιήριξε με μέσα και εκπαίδευση το συγκεκριμένο σχέδιο δολοφονίας του Παπαδόπουλου.

4)  Ο κ. Μαρδάς θεωρεί χαλκευμένη από τη χούντα την πληροφορία ότι ο Γεωρκάτζης ήταν στρατιωτικός αρχηγός της «Ελληνικής Αντίστα­σης» και πως εξασφάλισε τη σχετική ομολογία κατόπιν βασανισμών. Γράφει: «Οι ανακριτές της χούντας έβαλαν στο χαρτί αυτόν το βαθμό πε­ρί… “στρατιωτικού αρχηγού” για να μεγαλοποιήσουν το ρόλο του Γε­ωρκάτζη». Πρώτη φορά ακούω αυτή την εκδοχή, αν και πέρασαν 40 χρόνια από τα γεγονότα. Η συνδρομή του κ. Μαρδά στην αναζήτηση της αλήθειας θα ήταν πολύ σημαντική αν την τεκμηρίωνε κιόλας. Πά­ντως η πληροφορία δεν προέρχεται από κατάθεση στο χαρτί, που προ­ήλθε από ομολογία κατόπιν βασανισμών, όπως υπαινίσσεται, αλλά από την προφορική απολογία του κ. Κλωνιζάκη, χωρίς να προηγηθεί ερώτηση και χωρίς να ασκηθεί πίεση.

5) Δέχομαι ανεπιφύλακτα την άποψη του κ. Μαρδά ότι η ομολογία κατόπιν βασανιστηρίων δεν πρέπει να επικρίνεται. Από την άλλη θα πρέπει να είναι ευδιάκριτη η διαφορά μεταξύ αυτών που εμφανίστηκαν στο δικαστήριο απολύτως συνεργάσιμοι και της αντιμετώπισης που έτυ­χαν οι στρατοδίκες από τον ίδιο τον Παναγούλη: «Είστε οι εκπρόσωποι της τυραννίας και ξέρω πως θα με στείλετε στο εκτελεστικό απόσπα­σμα. Ξέρω όμως ότι για κάθε αγωνιστή της ελευθερίας το καλύτερο τρα­γούδι είναι ο θάνατος από-το εκτελεστικό απόσπασμα».

Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από το άρθρο μου και απαντά σε όσους διατείνονται ότι σκοπός του αφιερώματος για τον Παναγούλη ήταν να μειώσω την αντιστασιακή του δράση.

* * *

Επιστολή προς την «Ελευθεροτυπία» του Γιάννη Κλωνιζάκη:

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Παναγούλης και η απόπειρα κατά τον δικτάτορα

Χανιά 27/8/2008

Κύριε διευθυντά,

Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε που μια ομάδα ανθρώπων, με πρώτο τον Αλέξανδρο Παναγούλη, προσπάθησε, με τα ελάχιστα μέσα που διέθετε, να ανατρέψει μια δικτατορία. Για πολλούς ίσως το εγχείρημα να ήταν «αφελές» πολιτικά και όχι μόνο. Όμως αυτοί οι άνθρωποι , δεν το έβαλαν κάτω, δεν ανέχτηκαν μια κατάσταση, πάλεψαν  έστω με «σφεντόνες»…

Σαράντα χρόνια μετά έκαναν την εμφάνιση τους μια σειρά δημοσιεύματα, που εν είδει ιστορικών αποκαλύψεων, έμμεσα ή άμεσα, θέτουν σε αμφισβήτηση την παραπάνω πράξη. Ίσως όχι την ίδια την πράξη, αλ­λά τα κίνητρα της, κατασκευάζοντας ιστορίες συνωμοσίας, για δήθεν οργάνωση που στην ουσία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μιας εκ των δύο τάσεων της χούντας. Όσον αφορά το παραπάνω, δεν θα ήθελα να μπω στη διαδικασία συζήτησης, διότι μέσω της επιστολής των συναγω­νιστούν μου, την οποία συνυπογράφω, έχω καλυφθεί πλήρως.

Όσον αφορά όμως το πρόσωπο μου και τις έμμεσες «κατηγορίες» του κ. Δρουσιώτη για δήθεν «… προφορική απολογία, χωρίς να προηγηθεί ερώτηση και χωρίς να ασκηθεί πίεση…» και για να είναι«… ευδιάκριτη η διαφορά μεταξύ αυτών που εμφανίστηκαν στο δικαστήριο απολύτως συνεργάσιμοι…», θα ήθελα να απαντήσω.

Σαν άνθρωπος δεν συνηθίζω να αποζητώ δάφνες για τις πράξεις μου, όπως και κανείς από όσους πραγματικά αγωνίστηκαν τα δύσκολα χρό­νια της δικτατορίας. Όμως το να θέτει κάποιος σε αμφισβήτηση πρά­ξεις που είναι καταγεγραμμένες στην ιστορία και να προσπαθεί με τη γνωστή λογική της ισοπέδωσης να τις «αποδυναμώσει» το θεωρώ ανή­κουστο, και πολύ περισσότερο αν αυτός δεν μπορεί να φανταστεί τι κρύ­βεται πίσω από τη σκοπιμότητα της όποιας «μαρτυρίας».

Όπως γνωρίζετε, σε αυταρχικά αλλά και μη καθεστώτα ένας βασι­κός τρόπος να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία εις βάρος προσώπων και ομάδων είναι οι λεγόμενες προανακριτικές απολογίες. Πολλά είναι τα παραδείγματα στη σύγχρονη ιστορία, όπου με απειλές όχι μόνο για τη ζωή του «κατηγορούμενου» (την οποία δεν υπολογίζει), αλλά κυρίως ενάντια στη ζωή συγγενικών προσώπων, οι Αρχές ή το σύστημα προ­σπαθούν να αποσπάσουν δήθεν ομολογίες. Οι «Αρχές» δεν μένουν μόνο στις απειλές, αλλά αν δουν ότι ο «κατηγορούμενος» δεν «σπάει» συνεχί­ζουν πιο πέρα, κάνοντας χρήση βασανιστηρίων τα οποία μπορεί να φτά­σουν και στα όρια της διαστροφής του βασανιστή.

Τα παραδείγματα ανά τον κόσμο και τη χώρα μας είναι γνωστά. Η φάλαγγα, το κρέμασμα, η εικονική εκτέλεση, η αϋπνία, η πυρωμένη βε­λόνα σιην ουρήθρα και τελευταία τα ψυχοφάρμακα είναι κάποιες από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνταν στον καιρό της δικτατορίας, ενώ δυστυχώς συνεχίζουν να εφαρμόζονται και στις μέρες μας από τους ανά τον κόσμο τοποτηρητές των μεγάλων δυνάμεων. Το ατσαλάκωτο χαρτί και η ψευτο-υπογραφή την ώρα της προανάκρισης ίσο)ς να μην απο­δεικνύουν το «ευχάριστο» της συνάντησης με τους βασανιστές, όπως μας το παρουσιάζει ο κ. Δρουσιώτης-του οποίου η βεβαιότητα είναι τέτοια, ώστε να βάζει σε υποψίες και τον πιο αδαή αναγνώστη, ότι ίσως να ήταν παρών την ώρα του βασανισμού μου-.

Όσον αφορά το δικαστήριο και τους δήθεν συνεργάσιμους, θα έπρε­πε να γνωρίζει ο κ. Δρουσιώτης ότι βασική αρχή σε περίπτωση πλήρους αποκάλυψης είναι η πλήρης σύγχυση και στην ουσία ο αποπροσανατο­λισμός του δικαστηρίου, με βασικό σκοπό να μην «καούν» οι άνθρωποι και τα κλιμάκια μιας οργάνωσης που δεν έχουν πιαστεί, και τα οποία εί­ναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να προβούν σε ενέργειες που θα πλήξουν το καθεστώς.

Η «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» δεν ήταν μόνο οι κατηγορούμενοι, αλ­λά και κόσμος, με βασικό πυρήνα την ΕΔΗΝ, που δρούσε παράνομα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Το δίκτυο αυτό των ανθρώπων, είτε αθό­ρυβα είτε με ενέργειες όπως αποδράσεις, αεροπειρατείες, έπαιξε ση­μαντικό ρόλο στην αντιδικτατορική πάλη.

Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στα όσα έκανα εγώ ή οι συναγωνιστές μου ενάντια στη χούντα, ούτε θα προσπαθήσω να περιαυτολογήσω. Οι πράξεις μου και η στάση μου όμως από τη δικτατορία μέχρι σήμερα δείχνουν την προσήλωση μου στη δημοκρατία, στην ελευθερία και στις αρχές της συναδελφικότητας – την οποία πλήρωσα με βασανιστήρια (επί χούντας) και ποικίλους αποκλεισμούς αργότερα. Γι’ αυτό και αποφάσισα ν’ απαντήσω, ενώ για τον ίδιο λόγο θα προασπίσω την τιμή την υπόληψη μου με κάθε νόμιμο μέσο σε περίπτωση που συνεχιστούν οι επιθέσεις προς το πρόσωπο μου.

Μετά τιμής

Γιάννης Κλωνιζάκης

(«Ολύμπιος» στην οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση»)

Πολιτικός μηχανικός, τέως δήμαρχος Χανίων

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Με βάση τη μετά από 40 χρόνια, από την απόπειρα τυραννοκτονίας του Αλέξανδρου Παναγούλη, πρωτοδιατυπούμενη από τον Δρουσιώτη θεω­ρία -η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ «εκχωρεί» ως απόφαση και έργο του Πολύκαρπου Γεωρκάτζη και της ομάδας των «σκληρών» ΑΣΛΑΝΙΔΗ – ΛΑ­ΔΑ – ΙΩΑΝΝΙΔΗ το έργο της ομάδας της απόπειρας τυραννοκτονίας του Αλέξανδρου Παναγούλη και των συναγωνιστών του- αυτή ανακηρύσσε­ται, από «αντιστασιακή πράξη», σε «ξεκαθάρισμα εσωχουντικών λογα­ριασμών».

Ο Δρουσιώτης «αποπειράται» το πιο πάνω έργο και γι’ αυτό ανα­πτύσσει αντιφατικούς και αντιθετικούς ισχυρισμούς και συλλογισμούς, προκειμένου να θεμελιώσει μια περίεργη θεωρία – οι συναγωνιστές του Αλέξανδρου Παναγούλη τη θεωρούσαν πάντα «ραγιάδικη και εθελό­δουλη»-, σύμφωνα με την οποία ουδεμία αντίσταση ήταν δυνατή ή έπρε­πε να αναπτυχθεί κατά της δικτατορίας, γιατί κάθε αντίθεση και αντί­σταση θα την έκανε πιο επιθετική και πιο τυραννική και θα ήταν εναντίον των εξελίξεων -όπως πάντα κατά τον Δρουσιώτη- που έπρεπε να ση­μειωθούν. Ιδού μερικοί από τους συλλογισμούς που αναπτύσσει και τα συμπεράσματα που προκύπτουν με βάση αυτούς:

Α) Ρωτά: «Έστω ότι πετύχαινε η απόπειρα, θα έπεφτε η χούντα; Ποιος θα επωφελείτο από τις συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας; Μήπως στη θέση των «πραγματιστών», που προχωρούσαν σε δημοκρατικά ανοίγματα και σταδιακή πολιτικοποίηση, ερχόταν ένα άλλο, πιο σκλη­ρό καθεστώς, που δεν θα ενδιαφερόταν καν -όπως ο Γ. Παπαδόπουλος-για μια κατ’ επίφαση δημοκρατία;» Και γι’ αυτό καταλήγει ότι η από­πειρα τυραννοκτονίας ευτυχώς που απέτυχε, προκειμένου να προχωρή­σει η επάνοδος της δημοκρατίας στη χώρα μέσα από τη «ΣΥΜΦΙΛΙΩ­ΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ» που ακολουθούσε ο αρχιδικτάτορας. Όμως έτσι η αποθέωση της υποταγής στη βία και στα όπλα βρίσκει την απόλυτη έκ­φραση της!

Για όλα όσα ο Μ. Δρουσιώτης ισχυρίζεται -μερικά των οποίων απο­τελούν 8ΗΟΟΚ- επικαλείται τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και την Αμερικανική Πρεσβεία των Αθηνών, που σε μυστικές εκθέσεις τους ανα­φέρουν ότι οι διαφωνίες στους κόλπους της χούντας ξεκίνησαν από το καλοκαίρι του 1968, όταν «ο Ιωαννίδης έγινε επικριτικός στον τρόπο διακυβέρνησης του Γ. Παπαδόπουλου και τον κατηγορούσε για κυβερ­νητική διαφθορά και νεποτισμό και για τη φιλελευθεροποίηση του κα­θεστώτος μέσω της επανεμπλοκής των πολιτικών».

Β) Ο Δρουσιώτης, αφού αρχικά «πατά» και αναπτύσσει πιο πέρα τη γνώριμη αλήθεια ότι «η χούντα δεν ήταν πάντα και σε όλα ενιαία και αδι­αίρετη από την αρχή μέχρι το τέλος», προχωρεί παραπέρα. Επικαλείται τις διαφορές που ο ίδιος εξυπηρετείται να βλέπει μόνο στην περίοδο του εννιάμηνου του 1968. Όμως αυτές ήταν πολύ περισσότερες και αφορού­σαν πολύ περισσότερα και ξεκίνησαν πολύ πιο νωρίς. Από την αρχή. Αυ­τό όμως δεν είναι λόγος για να μην μπορεί κανείς να διακρίνει ανάμεσα στους «χουντικούς» και στους «αντιχουντικούς». Στους «υποταγμένους» και στους «ανυπότακτους». Στους «πολεμιστές για τη δημοκρατία» και στους κιοτήδες και ριψάσπιδες ή τους απόλεμους τυχοδιώκτες και τυχάρπαστους όλων των καθεστώτων και όλων των αγώνων. Ούτε φυσικά να προεκτείνει τη θεωρία του προς τα πίσω, μέχρι την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1968, που αποτέλεσαν την κρίσιμη περίοδο για την απόπει­ρα τυραννοκτονίας.

Επί λέξει παρατηρεί ότι: «Κατά το προηγούμενο εννεάμηνο μια βα­θιά ρήξη βρίσκεται σε εξέλιξη στους κόλπους της χούντας, που αφορά τον “προσανατολισμό της επανάστασης”. Αυτό προφανώς για τον Δρουσιώτη αποτελούσε το περιβάλλον μες στο οποίο κινήθηκαν οι αποφάσεις του Πολύκαρπου Γεωρκάτζη -που δεν ήταν ή έγινε ποτέ αντιστασιακός, όμως στράφηκε κάποια στιγμή κατά της χούντας των Αθηνών- και της ομάδας των «σκληρών», οι οποίοι επιδίωκαν για τους ίδιους τη χουντι­κή εξουσία.

Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο -πάντα κατά τον Δρουσιώτη- ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης συνέχισε τη συνωμοτική δράση με την ομάδα των «σκληρών», προκειμένου να «δολοφονηθεί» ο Παπαδό­πουλος και μετά να «φαγωθεί» ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Έτσι ο ίδιος είναι οριστικά πεισμένος ότι η «απόπειρα» που έγινε κατά του Μακαρίου στην Κύπρο το 1970 ήταν απόλυτα συναρτημένη και με την «απόπειρα» κατά του Γεωργίου Παπαδόπουλου στην Ελλάδα το 1968. Αλλά γι’ αυτό τα «ανακατεύει» όλα και μπερδεύει τα βασικά.

Γ) Ο Δρουσιώτης «αγκαλιάζει» με πάθος τη θεωρία των κιοτήδων, των ριψάσπιδων και των εθελόδουλων, που και πριν αλλά και μετά την απόπειρα τυραννοκτονίας υποστήριζαν με πάθος ότι το εγχείρημα κατά του Γ. Παπαδόπουλου δεν ήταν σε θέση από μόνο του να επαναφέρει τη δημοκρατία στη χώρα. Ούτε τάχα να διαλύσει τη χούντα;

Μάλιστα, σύμφωνα με αυτόν, «οι δυνάμεις που επέβαλαν τη χούντα έχουν αρκετές εφεδρείες σαν τον Γ. Παπαδόπουλο»! Συνεχίζει δε, υπο­στηρίζοντας ότι: «Αντίθετα η αρνητική ζημία υπήρξε σημαντική»! Και επικαλούμενος και άλλους υποστηρίζει ότι με επιτήδεια προπαγανδιστι­κή εκμετάλλευση της απόπειρας η χούντα επί πολλούς μήνες μπόρεσε να αντιστρέψει τους όρους και να γίνει από κατηγορούμενη κατήγορος!

Ίσως γι’ αυτό αυτός, πεπεισμένος και φανατικός ρίψασπις του δημο­κρατικού αγώνα, 40 χρόνια μετά την απόπειρα τυραννοκτονίας, όχι μόνο εκμηδενίζει, αλλά και αμαυρώνει την ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ που κατέβαλε η ομάδα της απόπειρας, αφού από υπερήφανοι υπέρ της δημοκρατίας αγωνιστές καταντούν αφελείς ή ύποπτοι «πράκτορες» και συνεργάτες της «σκληρής» χούντας κατά της «μαλακής» χούντας, που ανακηρύσσεται το στήριγμα και η ελπίδα της επανόδου της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Δ) Όμως ο Δρουσιώτης, πρωταθλητής των «αλμάτων παραλογισμού» και των «παιχνιδιών παράνοιας», με μοναδικά άλματα γεγονότων και χρόνου, συνδέει και συνενώνει απόλυτα διαφορετικά και αντίθετα συμ­βάντα εκείνης της περιόδου, όπως την απόπειρα τυραννοκτονίας που έγι­νε στην Αθήνα τη 13η Αυγούστου 1968, με ό,τι έγινε στην Κύπρο κατά τις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Μακαρίου από το 1970 και με­τά -για τις οποίες, αν και έγιναν την εποχή της παντοδυναμίας του Πα­παδόπουλου, δεν τον θεωρεί καθόλου υπεύθυνο, ούτε όταν ήταν παντο­κράτωρ-, για να βγάλει το μοναδικό συμπέρασμα, όπως επί λέξει το δια­τυπώνει, δηλαδή ότι «η απόπειρα που έγινε κατά του Μακαρίου στην Κύ­προ ήταν απόλυτα συναρτημένη και με τη δολοφονία του Γ. Παπαδόπου­λου στην Ελλάδα». Δηλαδή, με μια λέξη, ο αρχιδικτάτωρ -για τον Δρουσιώτη- ήταν και παρέμεινε αθώος για τη δικτατορία στην Ελλάδα και για την τραγωδία στην Κύπρο, αντίθετα μάλιστα πρέπει να αναγορευθεί σω­τήρας και των δύο, ως αντιστασιακός στον αγώνα υπέρ της δημοκρατίας και ενωτικός-ανεξαρτησιακός στον αγώνα της Κύπρου! Άξιος λοιπόν όχι μόνο ο μισθός του Δρουσιώτη, αλλά και άξια η δόξα του «σωτήρα» της δημοκρατίας Γ. Παπαδόπουλου σε Ελλάδα και Κύπρο!

Ε) Τέλος, όσον αφορά τα όσα συνέβησαν αλλά και εξακολουθούν να συμβαίνουν στην Κύπρο, τα οποία είμαστε βέβαιοι ότι επηρεάζουν το συγγραφέα του μυθιστορήματος των τεσσάρο3ν σελίδων και των πολ­λών απαντήσεων Δρουσιώτη, δεν κάναμε ούτε κάνουμε κανένα σχόλιο, αν και γνωρίζουμε ότι συνδέονται άρρηκτα με όλα όσα περιλαμβάνει αυτό το βιβλίο για δύο λόγους: Ο πρώτος ήταν ότι το βιβλίο αφορούσε και αφορά την ομάδα της απόπειρας και δεν θελήσαμε να αναμειχθούμε πρόχειρα και επ’ ευκαιρία σε όσα γίνονταν στην Κύπρο και πέριξ ή εντός του Κυπριακού, γι’ αυτό και, δεύτερον, δεν μιλήσαμε καθόλου για τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, μολονότι τιμούμε τους αγώνες του για την Κύπρο και τον ελληνισμό ως αγωνιστή της ΕΟΚΑ.

Όμως επειδή από την πρώτη στιγμή αυτών των δημοσιευμάτων ο Δρουσιώτης προανήγγειλε έργο, με το οποίο θα αποδείξει όλα όσα ισχυ­ρίζεται στα δημοσιεύματα του, θέλουμε να τον ρωτήσουμε αν ετοιμάζει απάντηση σε παλιά δημοσιεύματα και βιβλία (ένα παρόμοιο είναι το γνω­στό έργο ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΙ ΓΕΩΡΚΑΤΖΗΣ – Οι Τελευταίες του Στιγμές, των κ.κ. Παναγιώτη Παπαδημήτρη και Ανδρέα Νεοφύτου, Λευκωσία, Ιούλιος 1994), που υποστηρίζουν ότι ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης πήγε στο τε­λευταίο και μοιραίο για τη ζωή του ραντεβού στη «Μια Μηλιά» γιατί γνώ­ριζε ότι επρόκειτο να ακολουθήσει πραξικόπημα στην Κύπρο, κατά του νησιού και του Μακαρίου, από τη χούντα -σχέδιο του πραξικοπήματος είχε στα χέρια του- και επειδή ήθελε να το προλάβει και να το εξουδε­τερώσει ρίσκαρε τη ζωή του με το τελευταίο ραντεβού που έκλεινε σε εκείνον τον τόπο.

Γι’ αυτό ο Δρουσιώτης, με πλήρη γνώση και επίγνωση του τι σημαί­νουν αυτά που λέγει, δουλεύει για την παρόμοια υπόθεση -ιδού ο δόλος του- και γι’ αυτόν το σκοπό και λόγο αφενός μεν ο Αλέξανδρος Παναγούλης και ολόκληρη η ομάδα της απόπειρας βγαίνουν από αυτόν ηλί­θιοι ή πράκτορες των σχεδίων της «σκληρής» χούντας -στο πλαίσιο του ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών της με τη «μαλακή» χούντα-, αφε­τέρου δε ο «πραγματιστής» αρχιπραξικοπηματίας, αρχηγός της «μαλα­κής» χούντας, Γ. Παπαδόπουλος, ανακηρύσσεται αντιστασιακός-φιλοδημοκράτης.

Όμως όλα όσα συγκροτούν τη «θεωρία Δρουσιώτη» είναι εξόφθαλ­μο ότι αποτελούν μια πλοκή μυθιστορήματος, γι’ αυτό διερωτώμεθα αν έχουν οποιαδήποτε σχέση με ό,τι αποτέλεσε την ιθύνουσα ιδέα και κα­τεύθυνση των Ελλήνων αντιστασιακών, που από τον πόθο και το πάθος για την επάνοδο της δημοκρατίας στη χώρα, που κατάργησε η χούντα και ο αρχηγός της χούντας, ο «Νάσερ» (συνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος) την 21η Απριλίου 1967, προχώρησαν στο εγχείρημα της λεωφόρου Αθη­νών – Σουνίου. Ή απλώς είναι μια μυθιστορηματική ιστορική αφήγηση, με πλοκή στα πεπραγμένα της περιόδου στην Κύπρο, που δεν εξηγούν τίποτε άλλο παρά τις ατέλειωτες συνωμοσίες των διαφόρων ομάδων γύ­ρω από το Κυπριακό και τη λύση που έπρεπε να ακολουθήσει ο απελευ­θερωτικός αντι-αποικιακός αγώνας του νησιού. Και που δεν διστάζουν, προκειμένου να πλήξουν τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, να φτάσουν μέχρι του σημείου να ανακηρύξουν τον αρχιδικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟ και ΦΙΛΟΔΗΜΟΚΡΑΤΗ και ταυτόχρονα ΕΓΓΥΗΤΗ της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ στην Ελλάδα και της ΕΝΟΤΗΤΑΣ και ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ… στην ΚΥΠΡΟ!…

Όμως είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς το σκανδαλισμό και να μη ρωτήσει και διερωτηθεί αν όλα αυτά ξαφνικά, 40 χρόνια και, έγιναν μό­νο και μόνο για να βρεθεί η αλήθεια για την απόπειρα στο 31 ο χλμ. Αθη­νών – Σουνίου και τα όπλα που έρχονταν από την ΚΥΠΡΟ ή μήπως προ­χωρούν σε μεγαλύτερο βάθος και αφορούν τις σημερινές εξελίξεις στην ΚΥΠΡΟ -και την αναζήτηση λύσεως τύπου ΣΧΕΔΙΟΥ ΑΝΑΝ Νο 1,2,3 και βάλε- και γι’ αυτό καλό είναι να φτάσουμε σε όσο βάθος μπορούμε και βολεύει, αρκεί σ’ αυτόν τον αγώνα να «καούν» όλα όσα από το παρελ­θόν, το παρόν ή το μέλλον μπορούν να σταθούν εμπόδια στην αγορα­πωλησία του ΝΗΣΙΟΥ.

Καλό θα ήταν, αν έχει να πει και τίποτε άλλο, ο κ. Δρουσιώτης να απαντήσει και σ’ αυτό.

Ελευθέριος Βερυβάκης τέως υπουργός, βουλευτής

About these ads